Νέο επίδομα ανεργίας: Ποιοι θα λάβουν έως και 1.295 ευρώ;
Από την 1η Απριλίου 2026, το νέο επίδομα ανεργίας θα εφαρμοστεί καθολικά, έπειτα από την ολοκλήρωση της πιλοτικής φάσης που αφορούσε 12.500 άνεργους.
Το νέο σύστημα αλλάζει ριζικά τον τρόπο υπολογισμού της επιδότησης, καθώς πλέον το ποσό συνδέεται άμεσα με τον ασφαλιστικό βίο και τις αποδοχές του δικαιούχου. Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, το επίδομα μπορεί να φτάσει έως και τα 1.295 ευρώ κατά τους πρώτους μήνες.
Η πιλοτική εφαρμογή ολοκληρώνεται στις αρχές Μαρτίου και θα ακολουθήσει η αξιολόγηση του μέτρου, ώστε να γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές πριν από τη γενικευμένη εφαρμογή. Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, περίπου το ένα τέταρτο των συμμετεχόντων στο πιλοτικό πρόγραμμα επέστρεψε στην αγορά εργασίας πριν από τη λήξη της περιόδου επιδότησης. Το γεγονός αυτό αξιολογείται ως ενθαρρυντικό, καθώς υποδηλώνει την ενίσχυση των κινήτρων επανένταξης.
Το νέο επίδομα έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, καθώς βασίζεται στις εισφορές ανεργίας που έχουν καταβληθεί κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου, και δεν αποτελεί προνοιακή παροχή. Η καταβολή του είναι εμπροσθοβαρής, με υψηλότερα ποσά κατά τους πρώτους μήνες της ανεργίας και σταδιακή μείωση στη συνέχεια. Με αυτόν τον τρόπο, καλύπτονται οι αυξημένες αρχικές ανάγκες και αποθαρρύνεται η μακρόχρονη απομάκρυνση από την αγορά εργασίας. Στη νέα του μορφή, το επίδομα μπορεί να φτάσει έως και τα 1.295 ευρώ για ανέργους με πολλά χρόνια ασφάλισης και υψηλές αποδοχές, κυρίως κατά τους πρώτους μήνες της επιδότησης. Η συνολική διάρκεια καταβολής μπορεί να φτάσει τους 24 μήνες, μιας και ενοποιείται η τακτική επιδότηση με το επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας, ακολουθώντας μια πιο εξατομικευμένη προσέγγιση.
Ο υπολογισμός του επιδόματος βασίζεται σε τρία βασικά στοιχεία: ένα σταθερό μέρος που λαμβάνουν όλοι οι δικαιούχοι, ένα μεταβλητό μέρος που λειτουργεί ως "μπόνους" για όσους έχουν μεγαλύτερο ασφαλιστικό βίο και υψηλότερες αποδοχές, και πρόσθετες παροχές και προσαυξήσεις. Το σταθερό μέρος ξεκινά από το 70% του κατώτατου ημερομισθίου ή του μέσου ημερομισθίου του δικαιούχου και μειώνεται σταδιακά ανά τρίμηνο. Προϋπόθεση για τη χορήγησή του είναι η συμπλήρωση τουλάχιστον 175 ημερών ασφάλισης στους 14 μήνες πριν από την ένταξη στην επιδότηση, εξαιρουμένων των δύο τελευταίων μηνών.
Το μεταβλητό μέρος εξαρτάται από τα έτη ασφάλισης – από το τέταρτο έως το εικοστό – και τον μέσο όρο αποδοχών, όταν αυτές υπερβαίνουν τον κατώτατο μισθό. Για να χορηγηθεί απαιτούνται τουλάχιστον 900 ημέρες ασφάλισης στους 50 μήνες πριν από την ανεργία, καθώς και αποδοχές ίσες ή υψηλότερες από τον κατώτατο μισθό κατά το προηγούμενο διάστημα. Στο συνολικό ποσό προστίθενται και πρόσθετες παροχές, όπως τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, προσαυξήσεις για παιδιά και, για πρώτη φορά, προσαύξηση λόγω μονογονεϊκότητας.
Αλλαγές επέρχονται και στον τρόπο υπολογισμού της διάρκειας της επιδότησης. Για το πρώτο έτος ανεργίας απαιτούνται δύο μήνες απασχόλησης για κάθε μήνα επιδότησης, ενώ για το δεύτερο έτος η αναλογία γίνεται τρεις μήνες εργασίας προς έναν μήνα επιδότησης. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα συνδέει πιο στενά τη διάρκεια στήριξης με την προηγούμενη εργασιακή πορεία.
Στην πράξη, το νέο επίδομα ανεργίας στοχεύει να προσφέρει ισχυρότερη στήριξη στην αρχική φάση της ανεργίας, να κατανείμει πιο δίκαια τα ποσά με βάση τις εισφορές και να ευθυγραμμιστεί με τα ισχύοντα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς να αποκόπτει τους δικαιούχους από την αγορά εργασίας.