Νέα μελέτη: Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα συνδέονται με εγκεφαλικές βλάβες
Υγιείς ενήλικες που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες υπερεπεξεργασμένων τροφίμων —συσκευασμένα σνακ, ζαχαρούχα δημητριακά πρωινού, αναψυκτικά, στιγμιαία ζυμαρικά και έτοιμα κατεψυγμένα γεύματα— εμφανίζουν συχνότερα ενδείξεις εγκεφαλικής βλάβης, αυξάνοντας τον κίνδυνο για μελλοντικά εγκεφαλικά επεισόδια και προβλήματα μνήμης.
Η έρευνα, υπό την ηγεσία του καναδικού Ινστιτούτου Population Health Research Institute του Πανεπιστημίου McMaster και του Hamilton Health Sciences, εξέτασε με μαγνητική τομογραφία (MRI) σχεδόν 9.000 ανθρώπους ηλικίας 35-69 ετών χωρίς ιστορικό καρδιακών παθήσεων από όλη την Καναδά. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν αναλυτικά διατροφικά ερωτηματολόγια, ενώ νευρολόγοι αξιολόγησαν τις σάρωσεις χωρίς να γνωρίζουν τις διατροφικές συνήθειές τους.
Τα αποτελέσματα, δημοσιευμένα στο JAMA Network Open, δείχνουν ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα καλύπτουν κατά μέσο όρο το 25% των ημερήσιων μερίδων. Στο 45% ανεβαίνει το ποσοστό στους μεγαλύτερους καταναλωτές, ενώ στους ελάχιστους καταναλωτές περιορίζεται στο 16%.
Οι επιστήμονες εντόπισαν μικρές εστίες βλάβης σημαντικά συχνότερα στην ομάδα με την υψηλότερη κατανάλωση. Αυτοί οι συμμετέχοντες είχαν 40% μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίζουν αυτές τις αλλοιώσεις —ασυμπτωματικές αλλαγές που θεωρούνται πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια, ικανά να εμφανιστούν χρόνια πριν από εγκεφαλικό επεισόδιο ή γνωστική υποβάθμιση.
Παράλληλα, η υψηλότερη κατανάλωση συνδέθηκε με μεγαλύτερη ποσότητα σωματικού και σπλαχνικού λίπους. Ο κοιλιακός λίπος αυτός προκαλεί φλεγμονή και βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία, με επιπτώσεις στον εγκέφαλο.
Η συσχέτιση φάνηκε έντονη στις γυναίκες: αυτές με την υψηλότερη κατανάλωση είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες εγκεφαλικών αλλοιώσεων σε σχέση με τις χαμηλότερες καταναλώτριες. Επιπλέον, καθώς αυξάνθηκε η κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, μειωνόταν η זו των ελάχιστα επεξεργασμένων —φρούτα, λαχανικά, δημητριακά— από 68% στην χαμηλότερη ομάδα στο 41% στην υψηλότερη.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η διασταυρωτική φύση της μελέτης (μια μέτρηση, χωρίς παρακολούθηση во χρόνο) δεν επιτρέπει να αποδειχθεί αιτιολογική σχέση. Αναδεικνύεται η ανάγκη για longitudinάλ μελέτες με επανειλημμένες μαγνητικές τομογραφίες.