Νέα δεδομένα για την ελληνική οικονομία: Η κίνηση-ματ του οίκου DBRS
Σε μια κίνηση που επισφραγίζει τη σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας, ο διεθνής οίκος DBRS προχώρησε στην επιβεβαίωση του αξιόχρεου της χώρας στη βαθμίδα BBB. Η διατήρηση της «σταθερής» τάσης υπογραμμίζει πως οι κίνδυνοι παραμένουν ισορροπημένοι, παρά το ρευστό παγκόσμιο περιβάλλον.
Τα στοιχεία που συνοδεύουν την απόφαση είναι ενθαρρυντικά. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά πως η ανάπτυξη το 2025 άγγιξε το 2,1%, τροφοδοτούμενη από τις επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τη δυναμική του τουρισμού. Σύμφωνα με τον οίκο, «Οι δημοσιονομικές εξελίξεις επωφελήθηκαν όχι μόνο από τους κυκλικούς ευνοϊκούς παράγοντες αλλά και από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αύξησαν τη φορολογική συμμόρφωση και, ως εκ τούτου, ενίσχυσαν τα δημόσια έσοδα».
Η εικόνα του χρέους παρουσιάζει την πιο θεαματική βελτίωση. Από το 158,6% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2024, ο δείκτης υποχώρησε στο 149,7% μέσα σε ένα χρόνο, με τον στόχο για το τέλος του 2026 να τοποθετείται στο 138,2%. Το πλεόνασμα του 2,6% στον προϋπολογισμό αποτελεί το ισχυρό χαρτί της Αθήνας για τις πρόωρες αποπληρωές και τη διατήρηση της αναπτυξιακής ορμής.
Ωστόσο, το τοπίο δεν είναι ανέφελο. Η DBRS προειδοποιεί για γεωπολιτικούς κινδύνους, σημειώνοντας: «Αν και οι ευνοϊκές οικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες είναι πιθανό να συνεχιστούν το 2026, οι οικονομικές προοπτικές εκτίθενται σε σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως από την κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων. Παραμένει ασαφές εάν η αύξηση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσει σε μόνιμη αύξηση του παγκόσμιου κόστους της ενέργειας».
Η συνολική αξιολόγηση εστιάζει τόσο στα ισχυρά θεμέλια, όπως η εξυγίανση των τραπεζών και η συμμετοχή στην Ευρωζώνη, όσο και στις παθογένειες. Ο οίκος τονίζει πως: «Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει βασικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας και στήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους. Ωστόσο, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Ελλάδας περιορίζονται από τον ακόμη υψηλό λόγο δημόσιου χρέους, το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας της, το οποίο την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Επιπλέον, οι εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το χρόνιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της οικονομίας, επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ».
Μεσοπρόθεσμα, η διατήρηση της καθοδικής πορείας του χρέους εξαρτάται από τα συνεχή πλεονάσματα και την ικανότητα της Ελλάδας να κρατήσει ζωντανή την ανάπτυξη, ειδικά μετά την ολοκλήρωση των επιχορηγήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης.