Τα SOS για τις χειμερινές εκπτώσεις – Επίσημη πρώτη στις 12 Ιανουαρίου

Ξεκινούν οι εκπτώσεις! Όσα πρέπει να ξέρετε για να μην την πατήσετε

Επιχειρήσεις
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Από τη Δευτέρα 12 Ιανουαρίου ξεκινούν επίσημα οι χειμερινές εκπτώσεις, μια περίοδος που θα διαρκέσει έως και την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου. Οι καταναλωτές αναμένεται να κινηθούν μαζικά για να βρουν τις καλύτερες προσφορές, ωστόσο χρειάζεται προσοχή.

Η συμμετοχή των καταστημάτων στις χειμερινές εκπτώσεις 2026 παραμένει προαιρετική, χωρίς καμία υποχρέωση για τους εμπόρους. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις που θα επιλέξουν να συμμετάσχουν οφείλουν να συμμορφωθούν με ένα αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο έχει στόχο τη διασφάλιση της διαφάνειας στην αγορά και την προστασία του καταναλωτή.

Στο πλαίσιο αυτό, οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν στις χειμερινές εκπτώσεις, οφείλουν να έχουν αναρτημένη πινακίδα που να ενημερώνει τους καταναλωτές για τις εκπτώσεις ή τις προσφορές. Επιπλέον, είναι υποχρεωτική η αναγραφή της διπλής τιμής σε κάθε προϊόν: της αρχικής τιμής και της τιμής μετά την έκπτωση.

Για την προστασία τους, οι καταναλωτές πρέπει να γνωρίζουν ότι ισχύει πλήρως το νομοθετικό πλαίσιο που τους καλύπτει σε περιπτώσεις ελαττωματικών προϊόντων, ψευδών τιμών και αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Σε περίπτωση που εντοπίσουν κάτι ύποπτο, έχουν τη δυνατότητα να καταγγείλουν την επιχείρηση.

Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια των προσφορών, πρέπει να αναγράφονται ευκρινώς στα σημεία πώλησης των προϊόντων η αρχική και η νέα μειωμένη τιμή, με αναφορά στην κατάλληλη μονάδα μέτρησης ανά προϊόν. Η σωστή ενημέρωση είναι το κλειδί για να κάνετε συμφέρουσες αγορές.

Σε κάθε ανακοίνωση για μείωση τιμής, πρέπει να υποδεικνύεται η προγενέστερη τιμή που εφάρμοζε ο έμπορος για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη της έκπτωσης. Ως προγενέστερη τιμή ορίζεται η χαμηλότερη τιμή που εφάρμοσε ο έμπορος κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών πριν από την έναρξη της έκπτωσης. Εάν το προϊόν κυκλοφορεί στην αγορά για λιγότερο από τριάντα (30) ημέρες, ως προγενέστερη τιμή νοείται η χαμηλότερη τιμή που εφάρμοσε ο έμπορος κατά τη διάρκεια δέκα (10) ημερών πριν από την έναρξη της έκπτωσης. Όταν η μείωση της τιμής αυξάνεται σταδιακά, ως προγενέστερη τιμή νοείται η τιμή χωρίς την έκπτωση πριν από την πρώτη εφαρμογή της.

Κατά τη διάρκεια των εκπτώσεων, εκτός από την υποχρεωτική αναγραφή της παλαιάς και της νέας μειωμένης τιμής, επιτρέπεται και η αναγραφή και η εμπορική επικοινωνία του ποσοστού έκπτωσης. Εάν η μειωμένη τιμή παρέχεται σε περισσότερα από το 60% του συνόλου των πωλούμενων ειδών, τότε πρέπει να αναγράφεται στην προθήκη του καταστήματος και σε κάθε εμπορική επικοινωνία το παρεχόμενο ποσοστό έκπτωσης. Στην περίπτωση που υπάρχουν διαφορετικά ποσοστά έκπτωσης ανά κατηγορίες προϊόντων, πρέπει να αναγράφεται το εύρος του παρεχόμενου ποσοστού («από …. % έως …. %»). Σε κάθε άλλη περίπτωση, πρέπει να αναγράφεται ότι οι εκπτώσεις αφορούν επιλεγμένα είδη με αναφορά στο αντίστοιχο ποσοστό.

Τα καταστήματα τύπου STOCK ή OUTLET υποχρεούνται να αναγράφουν στις πινακίδες: (α) την παλαιά τιμή πώλησης, διαγραμμένη, και (β) τη νέα μειωμένη τιμή πώλησης, με τρόπο που να επικοινωνεί στον καταναλωτή τη σαφή διάκριση μεταξύ των δύο αυτών τιμών. Προαιρετικά, επιτρέπεται να αναγράφεται εντός του καταστήματος και σε κάθε άλλη εμπορική επικοινωνία με τον καταναλωτή το ποσοστό της μείωσης. Στις περιόδους των εκπτώσεων, τα καταστήματα αυτά υποχρεούνται να εμφανίζουν στις πινακίδες όλες τις ενδιάμεσες τιμές διαγραμμένες και, με έντονη γραφή, τη νέα μειωμένη τιμή διάθεσης και να αναγράφουν σε κάθε άλλη εμπορική επικοινωνία μόνο τις λέξεις «εκπτώσεις», «προσφορές».

Αν οι εκπτώσεις, οι προσφορές ή οποιαδήποτε ανακοίνωση περί μείωσης της τιμής είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές ως προς το ποσοστό της έκπτωσης, τις τιμές ή την ποσότητα των προϊόντων, ή ενέχουν οποιασδήποτε μορφής απόκρυψη ή παραπλάνηση, επιβάλλεται πρόστιμο στον έμπορο έως το δύο τοις εκατό (2%) του ετήσιου κύκλου εργασιών, και πάντως όχι μικρότερο από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. Σε περίπτωση δεύτερης παράβασης μέσα σε πέντε (5) χρόνια, το ανώτατο ύψος του προστίμου αυξάνεται στο τέσσερα τοις εκατό (4%) του ετήσιου κύκλου εργασιών.