Η Γαλλία στο επίκεντρο της κρίσης: Διαφωνίες για την ευελιξία
Η ενεργειακή κρίση και η αναταραχή στις αγορές ομολόγων δοκιμάζουν τη δημοσιονομική σταθερότητα της Ευρωζώνης, με τη Γαλλία να βρίσκεται στο επίκεντρο της ανησυχίας. Στο Λουξεμβούργο, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συναντήθηκαν για να συζητήσουν τα αιτήματα Αθήνας και Ρώμης για πρόσθετη δημοσιονομική «ευελιξία», αντιμέτωποι με τη διπλή πίεση της ενέργειας και των κρατικών ομολόγων. Οι διαφορετικές τοποθετήσεις των υπουργών αναδεικνύουν τις δυσκολίες εξεύρεσης μιας κοινής ευρωπαϊκής απάντησης, την ώρα που η κρίση στη Γαλλία εντείνει την ανησυχία για τη δημοσιονομική σταθερότητα της Ευρωζώνης.
Ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, τόνισε ότι «πρέπει να προστατεύσουμε τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα να διαφυλάξουμε τη δημοσιονομική αξιοπιστία του πλαισίου μας», περιγράφοντας τη «δύσκολη εξίσωση» που καλούνται να επιλύσουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Αναγνωρίζοντας ότι οι επιστολές του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Τζόρτζια Μελόνι προς την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αποτελούν μέρος της συζήτησης, απέφυγε ωστόσο να ανοίξει παράθυρο αλλαγής των δημοσιονομικών κανόνων, επιμένοντας ότι οι δύο στόχοι πρέπει να επιτευχθούν «στο πλαίσιο των κανόνων που έχουμε μπροστά μας».
Οι προτάσεις Αθήνας και Ρώμης δεν είναι ταυτόσημες, συγκλίνουν όμως στην ανάγκη δημιουργίας πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ενεργειακής ακρίβειας. Η ελληνική πλευρά ζητεί να εξεταστεί η εξαίρεση, έως συγκεκριμένο όριο, προσωρινών μέτρων στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων από τον δείκτη καθαρών δαπανών, λαμβάνοντας υπόψη και τα πρόσθετα έσοδα ΦΠΑ λόγω της απρόβλεπτης ανόδου των τιμών. Η Ιταλία προτείνει αντίστοιχα να μπορεί μέρος των αυξημένων φορολογικών εσόδων που δημιουργεί ο υψηλότερος πληθωρισμός να χρησιμοποιείται για προσωρινά, στοχευμένα μέτρα.
Κατηγορηματική ήταν η αντίδραση της Ολλανδίας. «Κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα, ακούω το ίδιο: να κάνουμε πιο ευέλικτους τους δημοσιονομικούς κανόνες», τόνισε ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών Ελκο Χάινεν ερωτηθείς ειδικά για τα αιτήματα Ελλάδας και Ιταλίας. «Συνεχίζουμε να συσσωρεύουμε χρέος πάνω στο χρέος και αυτό κάνει τα προβλήματά μας ακόμη μεγαλύτερα», πρόσθεσε, επιμένοντας στην ανάγκη περιορισμού των δαπανών και εφαρμογής μεταρρυθμίσεων.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και το Βέλγιο, με τον υπουργό Οικονομικών Βενσάν βαν Πετέγκεμ να δηλώνει ότι δεν υποστηρίζει την αλλαγή των δημοσιονομικών κανόνων, ούτε τη δημιουργία διαδικασίας εθνικής ρήτρας διαφυγής για την αντιμετώπιση της αύξησης των ενεργειακών τιμών. Τυχόν πρόσθετα μέτρα, υπογράμμισε, πρέπει να είναι προσωρινά και αναλογικά.
Σε διαφορετική «γραμμή», ο Ισπανός υπουργός Οικονομικών Κάρλος Κουέρπο ανέφερε ότι η Μαδρίτη εξετάζει τις δυνατότητες ευελιξίας που παρέχουν οι υφιστάμενοι κανόνες για ενεργειακές και αμυντικές δαπάνες και ότι θα τις αξιοποιήσει εφόσον κριθεί αναγκαίο. Ερωτηθείς για την ιταλική πρόταση, απάντησε ότι η χώρα του είναι «ανοιχτή να την εξετάσει», επισημαίνοντας πάντως την ανάγκη διασφάλισης της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών.
Κοινή ευρωπαϊκή απάντησα στην ενεργειακή κρίση ζήτησε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, καλώντας ουσιαστικά την Κομισιόν να παρουσιάσει προτάσεις ώστε να συνεισφέρουν στην αντιμετώπισή της και οι εταιρείες πετρελαιοειδών που αποκομίζουν αυξημένα κέρδη. Ο Γερμανός υπουργός απέφυγε, ωστόσο, να τοποθετηθεί ευθέως υπέρ της πρόσθετης δημοσιονομικής ευελιξίας.
Την ίδια ώρα, η αναταραχή στη γαλλική αγορά ομολόγων προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης στη συζήτηση για τους δημοσιονομικούς κανόνες. Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς έχει πλησιάσει το 5%, καταγράφοντας υψηλά περίπου 25 ετών, ενώ το Παρίσι καλείται να αντιμετωπίσει το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα και την αυξανόμενη δυσπιστία των επενδυτών.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης συνέδεσε επίσης τις πιέσεις στις αγορές ομολόγων με τη συζήτηση για την ενεργειακή κρίση, επισημαίνοντας ότι «ορισμένες χώρες υφίστανται εντονότερα τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ, ενώ άλλες ανησυχούν περισσότερο για τις δημοσιονομικές πιέσεις και τα spreads των ομολόγων τους».
Οι υπουργοί της Ευρωζώνης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πάντως αναμένεται να στείλουν -σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο- μήνυμα στη Γαλλία για την ανάγκη υιοθέτησης αξιόπιστου προϊπολογισμού για το 2027, χωρίς να διαφαίνεται προς το παρόν προοπτική ευρωπαϊκής παρέμβασης.
«Τα βλέμματα είναι τώρα στραμμένα στη Γαλλία, όπου βλέπουμε τις αντιδράσεις των αγορών να εκδηλώνονται με ιδιαίτερη ένταση», τόνισε προσερχόμενος στη συνεδρίαση ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών Ελκο Χάινεν. Ερωτηθείς εάν θα μπορούσε να απαιτηθεί ευρωπαϊκή στήριξη προς το Παρίσι προειδοποίησε «να μη χτυπήσουν την πόρτα της Ολλανδίας», ενώ ξεκαθάρισε ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να δημιουργούν εγκαίρως δημοσιονομικά περιθώρια ασφαλείας.
Από την πλευρά του, ο Βέλγος υπουργός Βενσάν βαν Πετέγκεμ αναγνώρισε ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές παρακολουθούν στενά τις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, «όπως το Βέλγιο αλλά και η Γαλλία». Υπογράμμισε ότι η καλύτερη απάντηση στις αυξανόμενες αποδόσεις των ομολόγων είναι η κατάρτιση αξιόπιστων προϊπολογισμών και η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σημειώνοντας ότι αυτό οφείλει να πράξει και η βελγική κυβέρνηση.
Στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης βρίσκονται, πέραν των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης, η αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών και η πρόοδος προς την ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, ενόψι και του αυριανού Ecofin.