Στο συρτάρι 6 χρόνια η σύμβαση που θα απέτρεπε το μπλακ άουτ στα αεροδρόμια και ας φωνάζουν οι ελεγκτές για «αεροπορικά Τέμπη»

Έρευνα για το «μπλακ άουτ» στα αεροδρόμια: Ποιος ρίσκαρε την ασφάλεια;

Ταξίδια
Δημοσιεύθηκε  · 5 λεπτά ανάγνωση

Το «μπλακ άουτ» στα ελληνικά αεροδρόμια στις 4 Ιανουαρίου 2026 φανέρωσε τις αδυναμίες του απαρχαιωμένου συστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, για τις οποίες οι ελεγκτές είχαν επανειλημμένως προειδοποιήσει, τονίζοντας τους κινδύνους για την ασφάλεια των αερομεταφορών.

Από το 2019, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα είχε υπογράψει σύμβαση με τον τότε υπουργό Υποδομών, Χρήστο Σπίρτζη, για την προμήθεια και εγκατάσταση ενός υπερσύγχρονου συστήματος επικοινωνιών για τα αεροδρόμια (Voice Communication & Recording System – VCRS), όπως αποκαλύφθηκε από το MEGA. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όμως, «καταχώνιασε» τη σύμβαση, παρά την κρισιμότητα του έργου, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια της αεροναυτιλίας. Ειδικοί εκτιμούν ότι εάν τα έργα, ύψους 4,7 εκατ. ευρώ, είχαν υλοποιηθεί, το επικίνδυνο «μπλακ άουτ» θα είχε αποφευχθεί, καθιστώντας ακόμα πιο σημαντικό το ερώτημα γιατί η σύμβαση δεν υλοποιήθηκε.

Πηγές με γνώση των υποθέσεων του υπουργείου Υποδομών αναφέρουν ότι δεν ήταν η μόνη σύμβαση του ΣΥΡΙΖΑ που «θάφτηκε» από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Το ίδιο συνέβη και με το πρόγραμμα PALLAS, τα ραντάρ σε αεροδρόμια και σταθμούς περιοχής, καθώς και έργα για τον ΒΟΑΚ. Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι υπήρχε «κεντρική γραμμή» για ακύρωση ή «πάγωμα» διαγωνισμών του ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο νέες διαπραγματεύσεις και συμφωνίες.

Επομένως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να ρισκάρει την ασφάλεια στις αερομεταφορές αντί να υλοποιήσει συμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Υπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ των «τυφλών τρένων» και των «τυφλών αεροπλάνων». Επί υπουργίας Κώστα Αχ. Καραμανλή, η σύμβαση για τις αερομεταφορές «καταχωνιάστηκε», όπως και η σύμβαση 717, ενώ λίγες ημέρες πριν από την τραγωδία στα Τέμπη, επέκρινε τον ΣΥΡΙΖΑ για το ζήτημα της ασφάλειας στα τρένα. Επιπλέον, αγνοήθηκαν οι προειδοποιήσεις των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και των μηχανοδηγών. Κοινό σημείο αποτελεί και η παραπομπή της χώρας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη μη εφαρμογή του ευρωπαϊκού κανονισμού στις μεταφορές.

Το πρόβλημα στα αεροδρόμια ξεκίνησε τις πρωινές ώρες της Κυριακής (04/01), προκαλώντας καθυστερήσεις και ακυρώσεις σε όλη την Ελλάδα. Οι επικοινωνίες μεταξύ ελεγκτών και πιλότων διακόπηκαν, αεροσκάφη ακινητοποιήθηκαν, πτήσεις ακυρώθηκαν και χιλιάδες επιβάτες ταλαιπωρήθηκαν. Στους αιθέρες επικράτησε «σιωπή», ενώ στις ραδιοσυχνότητες ακουγόταν ένας περίεργος θόρυβος από τα ραντάρ.

Σύμφωνα με στοιχεία του Eurocontrol, καταγράφηκαν περισσότερα από 31.500 λεπτά καθυστερήσεων στα αεροδρόμια της χώρας. Στο αεροδρόμιο "Ελευθέριος Βενιζέλος" σημειώθηκαν 105 ακυρώσεις, 51 αφίξεις και 54 αναχωρήσεις.

Η αγωνία της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας (ΕΕΕΚΕ) θυμίζει τις επιστολές των μηχανοδηγών πριν από την τραγωδία των Τεμπών, οι οποίες αγνοήθηκαν από την κυβέρνηση.

Μετά το χάος στα αεροδρόμια, η Ένωση ζητά από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) να αναλάβει την ευθύνη, διαφορετικά, να επιληφθεί η πολιτική ηγεσία, δηλαδή το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών.

Η ΕΕΕΚΕ είχε ενημερώσει για τα σοβαρά προβλήματα και τον παρωχημένο εξοπλισμό της ΥΠΑ, τονίζοντας ότι θέτουν σε δοκιμασία την αξιοπιστία των ελληνικών αερομεταφορών.

Η ΕΕΕΚΕ επισημαίνει ότι η ΥΠΑ «κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση» και η σημερινή διοίκηση όχι μόνο δεν έχει λύσει τα προβλήματα, αλλά έχει δημιουργήσει νέα, προκαλώντας καθυστέρηση στην επίλυση των υπαρχόντων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι «οι προσπάθειες που έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα οι ελληνικές αρχές είναι ανεπαρκείς» και η κατάσταση στους Πύργους Ελέγχου των περιφερειακών αεροδρομίων είναι τραγική.

Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είχαν προειδοποιήσει και τον Σεπτέμβριο του 2025 για τον χαλασμένο ραντάρ στον λόφο Μερέντα, εκφράζοντας φόβους για «αεροπορικά Τέμπη», λόγω των ελλείψεων σε προσωπικό και του προβληματικού εξοπλισμού.

Κατά την τουριστική περίοδο, ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας γινόταν με ένα τερματικό ραντάρ, ενώ το ραντάρ στο Ελληνικό είναι εκτός λειτουργίας εδώ και τρία χρόνια.

Ενώ η λειτουργία των αεροδρομίων έχει αποκατασταθεί, οι λόγοι του «παγώματος» παραμένουν αδιευκρίνιστοι. Οι ελληνικές αρχές πιστεύουν ότι πρόκειται για εσωτερικό πρόβλημα και συγκροτείται ειδική επιτροπή για τη διερεύνηση των αιτιών, με απόφαση του υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστου Δήμα.

Η Όλγα Τόκη, αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελεγκτών, εκφράζει αμφιβολίες για το αν η υπόθεση θα διαλευκανθεί ποτέ πραγματικά. Το SPIEGEL Online αναρωτιέται ποιος θα ηγηθεί της έρευνας και αναφέρει ότι η Ελλάδα είναι «μια χώρα με πολύ ήλιο – αλλά και με πολλή σκιά».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της ΕΕ για τη μη λήψη μέτρων για την ασφάλεια και τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων στα αεροδρόμια.

Όπως αποκαλύφθηκε από το MEGA, η σύμβαση του 2019 για ένα υπερσύγχρονο σύστημα επικοινωνιών έμεινε στα «χαρτιά». Η σύμβαση, που αφορούσε την προμήθεια συστήματος επικοινωνιών επί υπουργίας Χρ. Σπίρτζη, «πάγωσε» επί θητείας Κώστα Αχ. Καραμανλή.

Πριν από οκτώ μήνες, ο αρμόδιος υπουργός προσπάθησε να «ξεπαγώσει» τη σύμβαση, αλλά το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν έδωσε το «πράσινο φως», καθώς είχε λήξει. Πρόκειται για τη σύμβαση προμήθειας συστήματος και καταγραφής φωνής, κόστους 4,7 εκατομμυρίων ευρώ.

Αυτά τα ζωτικής σημασίας όργανα παρέμειναν στον «πάγο» για τουλάχιστον 8 χρόνια.

Η σύμβαση ουσιαστικά δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ και εκκρεμεί προσφυγή του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών δήλωσε ότι τους τελευταίους εννέα μήνες γίνεται «συστηματική προσπάθεια επιτάχυνσης των έργων αεροναυτιλίας» και υλοποιείται ένα «ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης, για τον πλήρη εκσυγχρονισμό των υποδομών αεροναυτιλίας».

Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας επιβεβαιώνει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η προμήθεια 495 πομποδεκτών για τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων φωνητικών επικοινωνιών και αναμένεται στις 13 Ιανουαρίου η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη σύμβαση του 2019.