Επιστροφή στα στεγαστικά δάνεια: Τι αλλάζει και τι να περιμένουμε το 2026;
Το 2026 αναμένεται να είναι χρονιά ουσιαστικής επιστροφής των στεγαστικών δανείων, σύμφωνα με τις διοικήσεις των τραπεζών. Η σταθερή αύξηση των εκταμιεύσεων, η πτώση των επιτοκίων και η ισχυρή ζήτηση από τα νοικοκυριά δημιουργούν ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Παρόλο που τα μεγέθη της στεγαστικής πίστης απέχουν ακόμη από την εποχή πριν την κρίση, η πρόοδος είναι πλέον ουσιαστική. Οι τράπεζες εμφανίζονται έτοιμες να χρηματοδοτήσουν περισσότερα νοικοκυριά, διαθέτοντας αυξημένη ρευστότητα και βελτιωμένη πρόσβαση στις αγορές.
Τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που στηρίζουν την ανάκαμψη, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές. Πρώτον, η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη, που έχει σταθεροποιήσει το κόστος χρήματος σε χαμηλά επίπεδα. Δεύτερον, η αυξημένη ζήτηση για αγορά κατοικίας, κυρίως από νεότερα νοικοκυριά που επιδιώκουν την πρώτη κατοικία τους, σε συνδυασμό με την εκτόξευση των ενοικίων. Τρίτον, η σημαντική βελτίωση της εικόνας των ελληνικών τραπεζών, μετά τις αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής τους ικανότητας, που τους επιτρέπει να δανείζονται φθηνότερα από τις διεθνείς αγορές.
Οι τράπεζες έχουν πλέον τη δυνατότητα να «ανοίξουν» τη στρόφιγγα των στεγαστικών δανείων, διαθέτοντας υπερβάλλουσα ρευστότητα, η οποία κατευθύνεται και στη λιανική τραπεζική, με έμφαση στη στέγη.
Ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του 2025, τα τραπεζικά επιτελεία ξεκίνησαν έναν κύκλο επιθετικών κινήσεων στα επιτόκια. Οι τράπεζες προχώρησαν σε μειώσεις, τόσο στα κυμαινόμενα όσο και στα σταθερά στεγαστικά δάνεια, σε μια προσπάθεια προσέλκυσης νέων πελατών.
Οι μειώσεις στο κόστος δανεισμού αποτυπώνονται στα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Τον Νοέμβριο, το μέσο επιτόκιο για το σύνολο των νέων στεγαστικών συμβάσεων διαμορφώθηκε στο 3,49%. Πρόκειται για τον τέταρτο συνεχόμενο μήνα πτώσης, παρά το γεγονός ότι το euribor παρέμεινε ουσιαστικά σταθερό.
Ακόμη πιο αισθητή είναι η μείωση στα επιμέρους προϊόντα. Το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο υποχώρησε στο 3,39%, από 3,52% τον Ιούνιο του 2025, ενώ το σταθερό επιτόκιο δεκαετούς διάρκειας έπεσε στο 3,92%, από 4,34% λίγους μήνες νωρίτερα. Για πολλούς δανειολήπτες, οι αλλαγές αυτές μεταφράζονται σε χαμηλότερη μηνιαία δόση και καλύτερους όρους.
Παράλληλα, η ζήτηση παραμένει ισχυρή, με σημαντικό ρόλο να έχει παίξει η επιδοτούμενη δράση «Σπίτι Μου ΙΙ», μέσω της οποίας χιλιάδες νοικοκυριά υπέβαλαν αιτήσεις για στεγαστικό δάνειο. Οι τράπεζες ενέκριναν δάνεια σχεδόν διπλάσια από τον διαθέσιμο προϋπολογισμό του προγράμματος, αλλά μεγάλο μέρος αυτών δεν θα εκταμιευτεί, κυρίως λόγω έλλειψης επιλέξιμων κατοικιών.
Οι υποψήφιοι δανειολήπτες έχουν ήδη περάσει τους πιστοληπτικούς ελέγχους και θεωρούνται «ώριμοι» για χρηματοδότηση. Για τον λόγο αυτό, οι τράπεζες έχουν ήδη λανσάρει ειδικά στεγαστικά προϊόντα για όσους πληρούν τα κριτήρια του Σπίτι Μου, αλλά δεν κατάφεραν τελικά να ενταχθούν στο πρόγραμμα, προσφέροντας πιο ευνοϊκούς όρους σε σχέση με τα κλασικά στεγαστικά δάνεια.
Το 2025 έκλεισε με εκταμιεύσεις-ρεκόρ 12ετίας. Οι νέες χορηγήσεις ξεπέρασαν τα 2 δισ. ευρώ, ενώ στο 11μηνο οι νέες συμβάσεις έφτασαν τα 1,86 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 48% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. «Πρόκειται για την καλύτερη επίδοση από το 2013», επισημαίνουν τραπεζικές πηγές.
Τον Οκτώβριο, για πρώτη φορά έπειτα από περίπου 15 χρόνια, η συνολική πιστωτική μεταβολή των στεγαστικών δανείων γύρισε σε θετικό πρόσημο. Οι μηνιαίες εκταμιεύσεις, με εξαίρεση τον Αύγουστο, κινούνται σταθερά πάνω από τα 200 εκατ. ευρώ, δείχνοντας ότι η αγορά έχει πλέον μπει σε τροχιά ανάκαμψης.
Περίπου το 35% των νέων δανείων αφορά κυμαινόμενο επιτόκιο, κυρίως στο πλαίσιο του «Σπίτι Μου». Η πλειονότητα, ωστόσο, εξακολουθεί να προτιμά τα σταθερά επιτόκια, επιλέγοντας τη σιγουριά της σταθερής δόσης για αρκετά χρόνια ή ακόμη και για όλη τη διάρκεια του δανείου.