Επενδύσεις: Η απειλή πίσω το ροζ συννεφάκι – Οι κρυφοί κίνδυνοι, το μήνυμα Στουρνάρα

Ελλάδα: Επενδυτές βλέπουν φως αλλά φοβούνται τον ορίζοντα

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η ελληνική οικονομία επιδεικνύει αυξημένη ανθεκτικότητα έναντι ακόμη των πλέον προηγμένων χωρών, λέγοντας το λόγο της με επιδόσεις που συλλέγουν τα εύσημα διεθνών οργανισμών, ιδίως στο κεφάλαιο των επενδύσεων. Η δημοσιονομική πρόοδος είναι αδιαμφισβήτητη, με το δημόσιο χρέος να μειώνεται δραστικά, ωστόσο το παγκόσμιο περιβάλλον παραμένει βαρύ: πολεμικές συγκρούσεις σε κομβικά εμπορικά περάσματα, πληθωριστικό τσουνάμι που χτυπά ακόμα και τις ΗΠΑ και γεωπολιτική αβεβαιότητα που δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης, φέρνουν το 2027 στο προσκήνιο ως χρόνο κρίσης.

«Όταν η Γερμανία και η Γαλλία κρυολογούν, ολόκληρη η Ευρώπη υποφέρει», σημειώνει ανώτερο στέλεχος πολυεθνικής, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει λόγος να χαιρόμαστε για τις σημερινές δυσκολίες του Βερολίνου, παρά την απουσία συμπόνιας στο παρελθόν. «Οι συνέπειες μιας παρατεταμένης ευρωπαϊκής αδυναμίας θα αγγίξουν αναπόφευκτα και την Ελλάδα», τονίζει με νόημα.

Τον προβληματισμό ενισχύει η νέα έρευνα EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2026. Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον, οι επιχειρήσεις βλέπουν σοβαρούς κινδύνους: το 34% ανησυχεί για γεωπολιτικές συγκρούσεις, το 31% για μακροοικονομικές συνθήκες και το 26% για το αυξανόμενο κόστος δραστηριοποίησης, ενέργεια συμπεριλαμβανομένης. Ανησυχητική η αύξηση του ποσοστού όσων προβληματίζονται για την πολυπλοκότητα των κανονισμών στην Ελλάδα, στο 24% από 15% πέρσι, ενώ η ανησυχία για δασμούς και εμπορικά εμπόδια περιορίστηκε στο 23% από 28%.

Τη σημασία της διατήρησης της οικονομικής αξιοπιστίας υπογραμμίζει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σε παρέμβασή του που φιλοξενείται στην έρευνα της EY. Όπως επισημαίνει, η επενδυτική ελκυστικότητα της χώρας στηρίζεται στη μακροοικονομική σταθερότητα, τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη χρηματοπιστωτική και πολιτική σταθερότητα και τους ισχυρούς θεσμούς. Ο διοικητής της ΤτΕ ζητεί συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, λιγότερη γραφειοκρατία, αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση και σταθερό φορολογικό πλαίσιο. Παράλληλα, τονίζει την ανάγκη να κατευθυνθούν ευρωπαϊκοί πόροι σε παραγωγικές δραστηριότητες, όπως η βιομηχανία, η έρευνα, οι ενεργειακές υποδομές και οι τεχνολογίες αιχμής.

Παρά τις διεθνείς αναταράξεις, η Ελλάδα εξακολουθεί να προσελκύει ενδιαφέρον. Σύμφωνα με την EY, το 55% των ερωτηθέντων σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα μέσα στον επόμενο χρόνο, έναντι 48% το 2025 — το υψηλότερο ποσοστό από την έναρξη της έρευνας το 2019, όταν μόλις το 30% δήλωνε αντίστοιχη πρόθεση. Η εικόνα διαφέρει στην Ευρώπη, όπου το ποσοστό υποχώρησε στο 54%, από 59% πέρσι και 72% το 2024. Στην Ελλάδα, μεγαλύτερη διάθεση εμφανίζουν οι επιχειρήσεις καταναλωτικών προϊόντων με 64%, τεχνολογίας με 60% και οι πολύ μεγάλοι όμιλοι με 70%. Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα η αύξηση των θετικών απαντήσεων μεταξύ επιχειρήσεων που δεν έχουν παρουσία στη χώρα, στο 51% από 22% πέρσι.

Η αβεβαιότητα δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστα τα επενδυτικά σχέδια, ωστόσο μόλις το 22% των συμμετεχόντων ανέβαλε, ακύρωσε ή περιόρισε επενδύσεις στην Ελλάδα, έναντι 34% στο σύνολο της Ευρώπης. Από αυτούς, σχεδόν δύο στους τρεις επέλεξαν απλώς να μεταθέσουν χρονικά τα σχέδιά τους. Παράλληλα, το 68% των επενδυτών εκτιμά ότι η ελκυστικότητα της Ελλάδας θα βελτιωθεί την επόμενη τριετία, από 63% πέρσι, ενώ μόλις το 9% αναμένει επιδείνωση.

Υπάρχει, πάντως, και λιγότερο αισιόδοξη ένδειξη. Όσοι θεωρούν ότι η εικόνα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού έχει βελτιωθεί περιορίστηκαν στο 58%, ενώ όσοι διαπιστώνουν επιδείνωση αυξήθηκαν στο 20%, από 13%.

Για να διατηρήσει η Ελλάδα τη θέση της στον διεθνή ανταγωνισμό, οι επενδυτές προτάσσουν τη βελτίωση της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων με ποσοστό 30%, και τη στήριξη στρατηγικών κλάδων, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι καθαρές τεχνολογίες και η άμυνα, επίσης με 30%. Ακολουθούν οι επενδύσεις σε μεγάλα έργα υποδομών με 26%.