Γιατί ο πληθωρισμός επιμένει στην Ελλάδα παρά την αποκλιμάκωση τιμών και πώς η ζήτηση κρατά τις πιέσεις ζωντανές

Ελληνικός πληθωρισμός: Γιατί παραμένει πεισματικά υψηλός παρά τις προσπάθειες;

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Παρά τη σταδιακή μείωση τιμών σε ορισμένα αγαθά, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παραμένοντας πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή έφτασε το 2,9% το 2025, ελαφρώς χαμηλότερα από το προηγούμενο έτος, χωρίς όμως να υποδηλώνει σημαντική υποχώρηση των πληθωριστικών πιέσεων.

Η ανάλυση του γενικού δείκτη αποκαλύπτει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Οι τιμές των υπηρεσιών συνέχισαν να αυξάνονται, αποτελώντας τον κύριο παράγοντα διατήρησης του πληθωρισμού. Αντίθετα, οι αυξήσεις στα τρόφιμα και τα βιομηχανικά αγαθά (εκτός ενέργειας) ήταν πιο ήπιες. Οι τιμές της ενέργειας, αν και μειώθηκαν για τρίτη συνεχή χρονιά, είχαν μικρότερη αποπληθωριστική επίδραση σε σύγκριση με το παρελθόν, περιορίζοντας τη συνολική αποκλιμάκωση.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ήταν χαμηλότερος, στο 2,1%, με μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών. Οι χώρες της Βαλτικής και της Κεντρικής Ευρώπης κατέγραψαν τις υψηλότερες αυξήσεις τιμών, ενώ οικονομίες, όπως η Γαλλία και η Κύπρος, εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερες πιέσεις, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές οικονομικές συνθήκες εντός της νομισματικής ένωσης.

Σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank, ο βασικός λόγος για τον οποίο ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει «κολλώδης» είναι η ισχυρή εγχώρια ζήτηση. Η ελληνική οικονομία λειτουργεί πλέον πάνω από τις παραγωγικές της δυνατότητες, με το παραγωγικό κενό να είναι θετικό από το 2023. Με απλά λόγια, η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες υπερβαίνει το επίπεδο που μπορεί να καλυφθεί χωρίς να δημιουργούνται πληθωριστικές πιέσεις, γεγονός που τροφοδοτεί την άνοδο των τιμών, κυρίως στις υπηρεσίες.

Αυτή η κατάσταση έρχεται σε αντίθεση με τη δεκαετία της κρίσης, όταν η ελληνική οικονομία λειτουργούσε με σημαντικά αρνητικό παραγωγικό κενό, λόγω της υψηλής ανεργίας και της κατάρρευσης των επενδύσεων. Τότε, η αδύναμη ζήτηση συγκρατούσε τον δομικό πληθωρισμό σε χαμηλά ή και αρνητικά επίπεδα. Η σταδιακή ανάκαμψη μετά το 2017, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, άλλαξε αυτή την εικόνα, οδηγώντας σήμερα σε συνθήκες υπερβάλλουσας ζήτησης.

Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτών των συνθηκών παίζουν η συνεχής αύξηση της απασχόλησης, οι αυξήσεις στους μισθούς και οι ισχυρές επιδόσεις του τουρισμού. Το 2025 καταγράφηκαν ιστορικά υψηλά επίπεδα τόσο στις αφίξεις όσο και στα τουριστικά έσοδα, γεγονός που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τις τιμές των σχετικών υπηρεσιών. Επιπλέον, η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τη ροή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και την αυξημένη τραπεζική χρηματοδότηση, προσθέτει επιπλέον ώθηση στη ζήτηση.

Οι προβλέψεις δείχνουν ότι το παραγωγικό κενό θα παραμείνει θετικό και το 2026, πράγμα που σημαίνει ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να μειωθεί μόνο σταδιακά, παραμένοντας υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Σε αυτό το περιβάλλον, η πορεία των τιμών της ενέργειας αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις σε περιοχές-κλειδιά, όπως η Μέση Ανατολή και η Λατινική Αμερική, διατηρούν την αβεβαιότητα για το μέλλον.