Ελληνική οικονομία: Τα επόμενα χρόνια και οι προκλήσεις μετά το 2026
Η ελληνική οικονομία προβλέπεται να υπεραποδίδει έναντι της ευρωζώνης έως και το 2026, μια τάση που αναμένεται να διατηρηθεί για τα επόμενα δύο χρόνια. Αυτό οφείλεται στην ωρίμανση των επενδυτικών σχεδίων του Ταμείου Ανάκαμψης, τα οποία θα συμβασιοποιηθούν έως τον Αύγουστο του 2026, με αποτέλεσμα η σταδιακή εισροή πόρων να στηρίξει την ανάπτυξη της οικονομίας.
Παράλληλα, το 2026 αναμένεται η ενεργοποίηση νέων εργαλείων που θα διοχετεύσουν στην αγορά και τις επιχειρήσεις κεφάλαια ύψους 6 δισ. ευρώ, επιπλέον των 13 δισ. ευρώ που αναμένονται από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Ωστόσο, το Πολυετές Πρόγραμμα 2026-2029 προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης από 2,4% το 2026 σε 1,3% το 2029. Αντίστοιχα, οι επενδύσεις θα υποχωρήσουν από 10,2% το 2026 σε 0,8% το 2029, αυξάνοντας τους φόβους για πιθανή αναστροφή της οικονομικής πορείας.
Η Berenberg Bank «βλέπει» αντιστροφή των ρόλων στην ευρωζώνη μετά το 2028, με τις χώρες του πυρήνα να υπεραποδίδουν σε σχέση με την Ελλάδα και τις άλλες χώρες των μνημονίων, λόγω της μείωσης των κοινοτικών κονδυλίων. Η πρόταση της Κομισιόν για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028-2034 προβλέπει χαμηλότερα όρια χρηματοδότησης σε σχέση με την περίοδο 2021-2027. Οι λεπτομέρειες της πρότασης είναι αμφιλεγόμενες και αναμένεται να χρειαστούν περίπου δύο χρόνια για να επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ των κρατών-μελών και του Ευρωκοινοβουλίου.
Κορυφαίοι τραπεζίτες επισημαίνουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό για την προσέλκυση επενδύσεων στη νέα διεθνή αρχιτεκτονική. Η Έκθεση Ντράγκι αναφέρει ότι οι επενδύσεις στην Ευρώπη θα πρέπει να αυξηθούν από το 21% στο 27% του ΑΕΠ.
Η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στη σταθεροποίηση, με θεμέλιο τη δημοσιονομική προσαρμογή. Ωστόσο, η επόμενη πρόκληση είναι το κλείσιμο της ψαλίδας στην κατά κεφαλήν παραγωγικότητα, η οποία σήμερα κυμαίνεται στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το 2008 ήταν κοντά σε αυτόν.
Το πραγματικό ΑΕΠ το γ’ τρίμηνο του 2025 είναι ακόμη χαμηλότερο κατά 14,8% από την κορυφή του β’ τριμήνου του 2007, αν και σε τρέχουσες τιμές έχει ξεπεράσει την κορυφή του γ’ τριμήνου του 2008 κατά 3,5%.
Για να κλείσει αυτή η ψαλίδα, απαιτείται αύξηση των ποιοτικών επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας σε τομείς όπως οι τεχνολογίες, ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η μεταποίηση και η άμυνα. Οι επενδύσεις στην Ελλάδα το 2008 κυμαίνονταν στο 23,3% έναντι 23% στην ΕΕ-27, ενώ κατά τη διάρκεια της κρίσης έπεσαν στο 10,6% το 2019. Παρά την ανάκαμψη στο 15,6% του ΑΕΠ το 2024, το επενδυτικό κενό παραμένει σημαντικό, καθώς ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται στο 21,1%.
Οι αναλυτές τονίζουν ότι η πολιτική πρέπει να επικεντρωθεί στο κλείσιμο των παραγωγικών κενών μέσω της άρσης οικονομικών εμποδίων. Η Ελλάδα έχει ένα παράθυρο ευκαιρίας, καθώς η εμπιστοσύνη των αγορών έχει αποκατασταθεί και οι συνθήκες χρηματοδότησης είναι ευνοϊκές.
Η πρόκληση αφορά την ενίσχυση της ποιότητας των δημόσιων οικονομικών, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η μείωση του χρέους. Αυτό συνεπάγεται μια στρατηγική αλλαγή στις δαπάνες, με απομάκρυνση από αναποτελεσματικές μεταβιβάσεις και επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στις ψηφιακές-πράσινες υποδομές.
Η προσέλκυση περισσότερων και πιο ποιοτικών επενδύσεων και η ενίσχυση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος πρέπει να αποτελούν κεντρικό πυλώνα της οικονομικής πολιτικής.
Ωστόσο, μια broad-based ανάκαμψη που οδηγείται από τις επενδύσεις δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη, καθώς η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει τρεις βασικές προκλήσεις: την ανάκαμψη του real estate, το δυσανάλογο μερίδιο των μορφωμένων εργαζομένων που υποαπασχολούνται και το αναποτελεσματικό σύστημα δικαιοσύνης.
Εν κατακλείδι, η χώρα πρέπει να παράγει ανάπτυξη ενδογενώς, προσελκύοντας περισσότερες και παραγωγικότερες επενδύσεις. Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι αυτό απαιτεί ταχείες και φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, τη Δικαιοσύνη, το ρυθμιστικό περιβάλλον, τις χρήσεις γης, την Παιδεία, καθώς και ένα φιλοαναπτυξιακό και αξιοκρατικό περιβάλλον εργασίας.