Ελληνική οικονομία: Ποδαρικό στο 2026 με μεγάλες προκλήσεις

Ελληνική οικονομία: Οι προκλήσεις και οι ευκαιρίες του 2026

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 5 λεπτά ανάγνωση

Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στο 2026 με προσδοκίες, αλλά και με προκλήσεις. Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας της χώρας, σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας και εμπορικού προστατευτισμού, αποτελεί το μεγάλο στοίχημα. Παρά την πρόοδο, βασικές παθογένειες παραμένουν, με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη να δηλώνει ότι «το 2026 θα είναι χρονιά ευκαιριών για την Ελλάδα με ανάπτυξη, επενδύσεις και τους πολίτες στο επίκεντρο».

Η κυβέρνηση προσδοκά στην αύξηση των επενδύσεων από 5,7% το 2025 σε 10,2% το 2026. Προβλέπεται ένα σημαντικά διευρυμένο πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων για το 2026, με πόρους ύψους 16,7 δισ. ευρώ, έναντι 14,6 δισ. ευρώ το 2025. Η επιτυχία εξαρτάται από την απορρόφηση κοινοτικών πόρων ύψους περίπου 11 δισ. ευρώ, ένα επίτευγμα που δεν έχει υλοποιηθεί ποτέ στην Ελλάδα. Από αυτά τα χρήματα, 7,5 δισ. ευρώ θα προέλθουν από το Ταμείο Ανάπτυξης και 3,3 δισ. ευρώ από το ΕΣΠΑ 2021-2027.

Η αξιοπιστία της χώρας θα κριθεί από την επιτυχή ολοκλήρωση του «Ελλάδα 2.0» των 36 δισ. ευρώ, ενώ παράλληλα θα πρέπει να συνεχιστεί η υλοποίηση του ΕΣΠΑ. Η χώρα καλείται να προσελκύσει επενδύσεις ύψους 28 δισ. ευρώ, ώστε μέχρι το τέλος του 2026 οι συνολικές επενδύσεις να φτάσουν το 17,7% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 21% της ευρωζώνης.

Ένα μεγάλο στοίχημα για το 2026 είναι το Ταμείο Ανάκαμψης, από το οποίο η κυβέρνηση φιλοδοξεί να εισπράξει 13,7 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στις τρεις τελευταίες δόσεις δανείων και επιχορηγήσεων. Αυτό αντιπροσωπεύει σχεδόν το 40% του συνολικού ελληνικού προϋπολογισμού του ΤΑΑ, το οποίο ανέρχεται σε 36 δισ. ευρώ. Στην εκπνοή του 2025, υποβλήθηκαν το 7ο αίτημα επιχορηγήσεων και το 6ο αίτημα δανείων, συνολικού ύψους 1,17 δισ. ευρώ. Μόλις η Κομισιόν δώσει το πράσινο φως, τα ποσά αυτά θα εκταμιευθούν εντός του έτους.

Η κυβέρνηση σχεδιάζει έως τα τέλη Απριλίου να υποβάλει το 8ο αίτημα επιχορηγήσεων, ύψους 1,7 δισ. ευρώ, το οποίο θα συνοδεύεται από το 7ο αίτημα δανείων 1,3 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό στα 3 δισ. ευρώ. Το 9ο και τελευταίο αίτημα επιχορηγήσεων διαμορφώνεται στα 4,4 δισ. ευρώ και θα συνοδευθεί από το 8ο αίτημα δανείων, ύψους 5,2 δισ. ευρώ. Συνολικά, πρόκειται για 9,6 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 30% του συνόλου των πόρων που αναλογούν στη χώρα.

Ενώ οι στόχοι είσπραξης είναι φιλόδοξοι, τα ορόσημα που πρέπει να επιτευχθούν είναι εξίσου απαιτητικά. Παρόλο που με την πρόσφατη αναθεώρηση του προγράμματος αφαιρέθηκαν ορισμένα δύσκολα έργα, συνολικά 178 μεταρρυθμίσεις, έργα και συμβατικές δεσμεύσεις θα κρίνουν την επιτυχή υποβολή των αιτημάτων επιχορηγήσεων και δανείων.

Το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,4% το 2026. Ο στόχος δεν είναι δεδομένος, καθώς η ταχύτητα των επενδύσεων και η αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελαφρύνσεων θα δοκιμαστούν απέναντι στην ακρίβεια, η οποία μπορεί να ακυρώσει τα οφέλη στα πραγματικά εισοδήματα. Κρίσιμη παράμετρος θα είναι και η ολοκλήρωση βασικών μεταρρυθμίσεων όπως το κτηματολόγιο, τα πολεοδομικά σχέδια, η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και η ψηφιοποίηση του Δημοσίου.

Η κυβέρνηση επενδύει στην αύξηση των εισοδημάτων, η οποία έχει αρχίσει να αποτυπώνεται με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών και τη νέα φορολογική κλίμακα, ενώ τον Απρίλιο θα γίνει η νέα αύξηση στον κατώτατο μισθό. Οι μισθοί «ξεκόλλησαν» από τα χαμηλά της δεκαετούς κρίσης, αλλά απέχουν ακόμα από τα ιδανικά επίπεδα. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Eurobank, τα ελληνικά εισοδήματα παραμένουν κατά 14,8% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2010, παρά τις αυξήσεις των τελευταίων ετών. Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών έχει συμπιεστεί, καθώς οι αυξήσεις των μισθών δεν ακολουθούν τον ρυθμό αύξησης των τιμών.

Το 2026 θεωρείται κομβικό έτος για την προσέγγιση του κυβερνητικού στόχου για μέσο μισθό 1.500 ευρώ έως το 2027. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, εάν διατηρηθεί ο ρυθμός αυξήσεων της τάξης του 5% ετησίως, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης μπορεί να κινηθεί το 2026 στην περιοχή των 1.460-1.470 ευρώ. Ωστόσο, οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, με αιχμή τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, δημιουργούν ένα σύνθετο σκηνικό.

Στο δημοσιονομικό πεδίο, η Ελλάδα θα συνεχίσει την πολιτική των υψηλών πλεονασμάτων και της αποκλιμάκωσης του χρέους. Συγκεκριμένα, το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού αναμένεται να διαμορφωθεί σε 2,8%, ενώ το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 359,3 δισ. ευρώ ή 138,2% ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2025.

Το ελληνικό Δημόσιο θα διαθέσει επιπλέον 8,8 δισ. ευρώ το 2026 για την πρόωρη αποπληρωμή μνημονιακών δανείων (διακρατικών δανείων – GLF), καθώς στόχος της κυβέρνησης είναι τα συγκεκριμένα δάνεια να έχουν εξοφληθεί έως το 2031, δηλαδή δέκα χρόνια νωρίτερα από την αρχική ημερομηνία λήξης.

Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το κυριότερο πρόβλημα για τα νοικοκυριά, με βάση και όλες τις σχετικές δημοσκοπήσεις. Παρά την επιβράδυνση του πληθωρισμού, ο οποίος προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,2% φέτος, οι τιμές σε βασικά είδη διατροφής σε σύγκριση με το 2022 παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, που σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στο μοσχαρίσιο κρέας, φτάνουν το 65%. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις οι αυξήσεις είναι πολύ υψηλότερες σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα το 2024 ήταν η χώρα με την έβδομη χαμηλότερη πραγματική κατά κεφαλήν κατανάλωση σε μονάδες αγοραστικής δύναμης. Τα στοιχεία για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι ακόμη πιο απογοητευτικά, καθώς δείχνουν την Ελλάδα να βρίσκεται στην τρίτη χειρότερη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία και τη Λετονία, στο 69% του μέσου κοινοτικού όρου.

Η Τράπεζα της Ελλάδος στην ενδιάμεση έκθεσή της για τη Νομισματική Πολιτική 2025 καταγράφει μια σειρά από κινδύνους για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, όπως:

Η αβεβαιότητα από τις εύθραυστες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας.

Ο επίμονος πληθωρισμός.

Οι ενδεχόμενες μεγαλύτερες μισθολογικές πιέσεις λόγω της στενότητας στην αγορά εργασίας.

Πιθανές φυσικές καταστροφές που συνδέονται με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.

Τυχόν χαμηλότερος του αναμενομένου ρυθμός απορρόφησης και αξιοποίησης των κονδυλίων του RRF.

Βραδύτερη του αναμενομένου υλοποίηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, με δυσμενείς επιδράσεις στην παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.