Ελλάδα - Ινδία: Νέο κεφάλαιο στο εμπόριο ανοίγει για τις εξαγωγές
Η ανακοίνωση για την επιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου ΕΕ – Ινδίας δημιουργεί νέα δεδομένα για την Ελλάδα, καθώς διαμορφώνει ένα πλαίσιο που θα επηρεάσει σημαντικά τις εμπορικές συναλλαγές, τις υπηρεσίες και τις επενδύσεις μεταξύ των δύο περιοχών.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι διπλό: αφενός, η πρόσβαση σε μια τεράστια αγορά και αφετέρου, η βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου της, καθώς ξεκινά από θέση εισαγωγέα, με στόχο να ενισχύσει τις εξαγωγές της.
Στο κοινό ανακοινωθέν της συνόδου κορυφής ΕΕ-Ινδίας στο Νέο Δελχί (27.01.2026), οι δύο πλευρές υπογράμμισαν την επιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, χαρακτηρίζοντάς τη ως "ορόσημο για την ενίσχυση εμπορίου και επενδύσεων, τη στήριξη ανθεκτικών και διαφοροποιημένων εφοδιαστικών αλυσίδων και την προώθηση βιώσιμης ανάπτυξης".
Η στρατηγική ατζέντα έως το 2030 περιλαμβάνει την ταχεία εφαρμογή της συμφωνίας, την επιδίωξη συμφωνίας προστασίας επενδύσεων και συμφωνίας γεωγραφικών ενδείξεων, καθώς και την ενίσχυση της συνεργασίας σε τομείς όπως η συνδεσιμότητα, η τεχνολογία και η οικονομική ασφάλεια.
Τα οικονομικά μεγέθη αναδεικνύουν τη σημασία της συμφωνίας για την Ευρώπη. Το 2024, οι εισαγωγές αγαθών της ΕΕ από την Ινδία ανήλθαν σε περίπου 71,4 δισ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές της ΕΕ προς την Ινδία σε περίπου 48,8 δισ. ευρώ. Στον τομέα των υπηρεσιών, οι εισαγωγές της ΕΕ από την Ινδία ήταν περίπου 37,4 δισ. ευρώ και οι εξαγωγές προς την Ινδία περίπου 29,2 δισ. ευρώ. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις της ΕΕ στην Ινδία αποτιμώνται σε περίπου 132 δισ. ευρώ, με χιλιάδες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται στη χώρα.
Στους επόμενους στόχους περιλαμβάνονται μια συμφωνία προστασίας επενδύσεων και μια συμφωνία γεωγραφικών ενδείξεων για την προστασία των εμβληματικών προϊόντων, ζήτημα που αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Η συμφωνία καλύπτει την εμπορική ατζέντα, αλλά και έργα συνδεσιμότητας όπως ο India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC) και οι "πράσινοι διάδρομοι" στη ναυτιλία, τομείς όπου η Ελλάδα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.
Οι εμπορικοί όροι της συμφωνίας προβλέπουν σημαντικές μειώσεις δασμών στο εμπόριο αγαθών, ιδίως σε κλάδους όπως αυτοκίνητα, αλκοολούχα, χημικά, μέταλλα και κλωστοϋφαντουργία.
Στις ελληνοϊνδικές εμπορικές σχέσεις, τα τελευταία στοιχεία για το οικονομικό έτος 2024-2025 δείχνουν ότι οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ινδία ανήλθαν σε 382,1 εκατ. δολάρια και οι εισαγωγές από την Ινδία σε 1,056.5 δισ. δολάρια, με εμπορικό έλλειμμα 674,5 εκατ. δολάρια. Παρατηρείται, μάλιστα, μείωση τόσο στις εξαγωγές όσο και στις εισαγωγές σε σχέση με το 2023-2024.
Τα πετρελαιοειδή αποτελούν τον κύριο εξαγωγικό πυλώνα της Ελλάδας προς την Ινδία, με το αργό πετρέλαιο να ανέρχεται σε περίπου 165 εκατ. δολάρια και τα διυλισμένα ορυκτέλαια σε περίπου 55,1 εκατ. δολάρια.
Ένας δεύτερος σημαντικός πυλώνας είναι η κυκλική οικονομία και τα βιομηχανικά υλικά, με τα απορρίμματα και θραύσματα αλουμινίου να φτάνουν τα 25,3 εκατ. δολάρια, το χαρτί και χαρτόνι για ανακύκλωση τα 25,4 εκατ. δολάρια, τα μάρμαρα και τραβερτίνες τα 23,9 εκατ. δολάρια και τα απορρίμματα χαλκού τα 22,8 εκατ. δολάρια.
Σημαντικές είναι επίσης οι εξαγωγές ζωοτροφών (περίπου 12,6 εκατ. δολάρια), φαρμάκων (περίπου 6,3 εκατ. δολάρια), ακτινιδίων (περίπου 6,2 εκατ. δολάρια), βαμβακιού (περίπου 5,1 εκατ. δολάρια), κορινθιακής σταφίδας (περίπου 4 εκατ. δολάρια) και χημικών συνδετικών προϊόντων (περίπου 4 εκατ. δολάρια), καθώς και μικρότερες ροές σε ημικατεργασμένα αλουμινίου, πυρίμαχα τσιμέντα, γλυκερίνη και μήλα.
Αντίστοιχα, οι κυριότερες εισαγωγές της Ελλάδας από την Ινδία περιλαμβάνουν αλουμίνιο σε ακατέργαστη μορφή (περίπου 145,2 εκατ. δολάρια) και οργανικές χημικές ενώσεις (περίπου 98,5 εκατ. δολάρια). Ακολουθούν ηλεκτρικοί μετασχηματιστές και μετατροπείς (περίπου 62,3 εκατ. δολάρια), καρκινοειδή (περίπου 45,8 εκατ. δολάρια), σιδηροκράματα (περίπου 42,1 εκατ. δολάρια), φάρμακα σε δόσεις λιανικής (περίπου 38,7 εκατ. δολάρια) και γυναικεία ενδύματα (περίπου 32,5 εκατ. δολάρια).
Στις ελληνικές εξαγωγές, το πιθανό όφελος από τη συμφωνία δεν είναι ομοιόμορφο, καθώς τα πετρελαιοειδή, που αποτελούν τον μεγαλύτερο όγκο, επηρεάζονται περισσότερο από τις διεθνείς τιμές και τη δυναμικότητα των διυλιστηρίων.
Ωστόσο, σε προϊόντα όπως το μάρμαρο, τα φάρμακα και ορισμένες κατηγορίες τροφίμων, όπου οι δασμοί παίζουν σημαντικότερο ρόλο, η μείωση των εμποδίων μπορεί να μειώσει τις τιμές και τους χρόνους παράδοσης, ενισχύοντας τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Στον αγροδιατροφικό τομέα, η μείωση δασμών για προϊόντα όπως το κρασί και το ελαιόλαδο δημιουργεί προοπτικές για τις ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ινδία. Η προστασία ευαίσθητων αγροτικών τομέων είναι επίσης κρίσιμη, με την Κομισιόν να διαβεβαιώνει ότι "οι ευαίσθητοι ευρωπαϊκοί αγροτικοί τομείς θα προστατευθούν πλήρως".
Οι ευρωπαϊκές αγροτικές οργανώσεις Copa και Cogeca χαιρέτισαν τη συμφωνία, τονίζοντας ότι η Ινδία αποτελεί μια αγορά 1,45 δισ. καταναλωτών και ότι η μείωση δασμών σε επεξεργασμένα τρόφιμα, ελαιόλαδο, χυμούς φρούτων, κρασί και οινοπνευματώδη μπορεί να ανοίξει νέες εξαγωγικές ευκαιρίες. Παράλληλα, υπογράμμισαν την ανάγκη αμοιβαίας εφαρμογής προτύπων παραγωγής και ισχυρού πλαισίου ελέγχων, με τις διαπραγματεύσεις για τις Γεωγραφικές Ενδείξεις να θεωρούνται κρίσιμες για την προστασία των ευρωπαϊκών προϊόντων στην ινδική αγορά.
Στις ελληνικές εισαγωγές, η μείωση των δασμών και η απλούστευση των διαδικασιών μπορούν να ωφελήσουν την ελληνική μεταποίηση, εξασφαλίζοντας πιο προβλέψιμες τιμές και εφοδιασμό σε μέταλλα και χημικά. Ωστόσο, σε κλάδους όπως η ένδυση, η αύξηση του ανταγωνισμού μπορεί να είναι μεγαλύτερη.
Ένα σημαντικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα βρίσκεται στον τομέα των υπηρεσιών. Η ετήσια έκθεση του Γραφείου ΟΕΥ καταγράφει σταθερά πλεονασματικό ισοζύγιο υπηρεσιών Ελλάδας-Ινδίας, με εισπράξεις 733 εκατ. ευρώ το 2024 και πλεόνασμα 608 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω των μεταφορών και της ναυτιλίας. Εάν η συμφωνία αυξήσει τον όγκο εμπορίου ΕΕ-Ινδίας, η Ελλάδα μπορεί να ωφεληθεί άμεσα από την αύξηση των ναύλων και των θαλάσσιων μεταφορών.
Η ίδια έκθεση αναδεικνύει τον στρατηγικό στόχο της ανάδειξης της Ελλάδας σε "Πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη" μέσω του IMEC, προσφέροντας σημαντικά οφέλη σε λιμένες, logistics, αποθήκες, ενεργειακούς κόμβους και συναφείς επενδύσεις.