Ελλάδα: Αγοραστική δύναμη σε ελεύθερη πτώση – Τι δείχνουν οι μισθοί;
Η πορεία των εισοδημάτων στην Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της τρέχουσας οικονομικής περιόδου. Παρά τις ονομαστικές προσαρμογές, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μισθοί αυξάνονται με ρυθμό που υπολείπεται της ανόδου του κόστους ζωής, δημιουργώντας ασφυξία στους εργαζόμενους.
Η ανάλυση των δεδομένων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και τον οργανισμό Employment Conditions Abroad (ECA) σκιαγραφεί μια ζοφερή πραγματικότητα: η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων συνεχίζει να δέχεται ισχυρές πιέσεις.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εξετάζοντας τα μακροοικονομικά δεδομένα της Ευρωζώνης, καταλήγει σε μια ιδιαίτερα απογοητευτική εκτίμηση για την Ελλάδα. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η αύξηση των πραγματικών μισθών στη χώρα μας την επόμενη χρονιά προβλέπεται να είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτή η υστέρηση τοποθετεί την Ελλάδα στην προτελευταία θέση της σχετικής κατάταξης εντός της ΕΕ, μια ανάσα πριν τον πάτο. Αυτό υποδηλώνει ότι, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη οι μισθολογικές αναπροσαρμογές τείνουν να εξισορροπούν τις πληθωριστικές πιέσεις, στην ελληνική αγορά εργασίας η σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα αγοραστικής δύναμης επιβραδύνεται δραματικά.
Συμπληρωματικά προς τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ, η έκθεση του οργανισμού Employment Conditions Abroad (ECA) παρέχει συγκεκριμένα ποσοτικά στοιχεία για το άμεσο μέλλον, επιβεβαιώνοντας τις δυσοίωνες προβλέψεις.
Ο ECA, ο οποίος αναλύει τις συνθήκες εργασίας και αμοιβών σε παγκόσμιο επίπεδο, προβλέπει ότι οι πραγματικοί μισθοί στις χώρες της ΕΕ θα σημειώσουν άνοδο της τάξης του 1,7% κατά το έτος 2026.
Για την Ελλάδα, ωστόσο, οι προσδοκίες είναι αισθητά χαμηλότερες, προκαλώντας απογοήτευση. Ο πήχυς τοποθετείται μόλις στο 0,9%, δηλαδή σχεδόν στο μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αφήνοντας τους εργαζόμενους εκτεθειμένους.
Αυτή η διαφορά των 0,8 ποσοστιαίων μονάδων υπογραμμίζει τη δυσκολία της ελληνικής οικονομίας να μεταφέρει τα οφέλη της ανάπτυξης στην πραγματική αμοιβή της εργασίας με τον ίδιο ρυθμό που το επιτυγχάνουν οι εταίροι της, διευρύνοντας την ψαλίδα.
Η σχέση μεταξύ ονομαστικών αυξήσεων και πληθωρισμού είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την κατανόηση της αγοραστικής δύναμης. Με τον πληθωρισμό να διατηρείται σε επίπεδα άνω του 2,2%, κάθε ονομαστική αύξηση που υπολείπεται αυτού του ποσοστού μεταφράζεται αναπόφευκτα σε μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η προβλεπόμενη αύξηση του 0,9% στους πραγματικούς μισθούς σημαίνει ότι οι αμοιβές δεν επαρκούν για να καλύψουν το αυξημένο κόστος ζωής που επιβάλλει ο ετήσιος πληθωρισμός, οδηγώντας σε οικονομική ασφυξία.
Το αποτέλεσμα είναι ένα συνεχές «ροκάνισμα» της αγοραστικής δύναμης, μια αέναη μάχη με τις αυξανόμενες τιμές. Οι εργαζόμενοι, παρόλο που μπορεί να βλέπουν υψηλότερα ποσά στα εκκαθαριστικά τους, στην πραγματικότητα μπορούν να αγοράσουν λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες σε σχέση με το παρελθόν.
Η σύνθεση των παραπάνω στοιχείων οδηγεί σε ένα σαφές, όσο και θλιβερό, οικονομικό συμπέρασμα: οι προοπτικές για την εξέλιξη των αμοιβών στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα θετικές για το άμεσο μέλλον. Η χώρα φαίνεται να εγκλωβίζεται σε έναν χαμηλό ρυθμό πραγματικής μισθολογικής ανόδου.
Συμπερασματικά, τα δεδομένα της ΕΚΤ και του ECA καταδεικνύουν ότι το πρόβλημα των χαμηλών πραγματικών μισθών στην Ελλάδα παραμένει δομικό. Όσο οι αυξήσεις υπολείπονται του πληθωρισμού και των ευρωπαϊκών επιδόσεων, η πραγματική οικονομική κατάσταση των μισθωτών θα συνεχίσει να υφίσταται τις πιέσεις που περιγράφουν οι διεθνείς εκθέσεις.