Η ελληνική κοινωνία δοκιμάζεται από χαμηλές αποδοχές και δυσβάστακτο κόστος ζωής

Έκθεση σοκ: Πόσο πίσω είναι η Ελλάδα στην εργασία και τη ζωή;

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να δίνει μάχη με βαθιά προβλήματα στην αγορά εργασίας και στις συνθήκες ζωής, σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση 2025 του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ). Παρά τις όποιες οικονομικές βελτιώσεις, οι δείκτες απασχόλησης, οι μισθοί και η δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύψουν τις πιο βασικές ανάγκες τους παραμένουν σε επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα, με τεράστιες διαφορές από τον μέσο όρο της Ευρώπης.

Σύμφωνα με την έκθεση, το τρίτο τρίμηνο του 2025 το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα έφτασε το 65,6%, σχεδόν 6 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα υστερεί ακόμη και σε σχέση με χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και των Βαλκανίων. Παράλληλα, η υποαπασχόληση παραμένει σε υψηλά επίπεδα, στο 11,6%, υπερδιπλάσια σε σχέση με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (6,2%) και υψηλότερη από τις χώρες της Βαλκανικής (8%). Αυτά τα στοιχεία φανερώνουν την χρόνια αδυναμία της ελληνικής αγοράς εργασίας να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της και την ανάγκη για σημαντικές αλλαγές.

Η διάρθρωση της απασχόλησης κάνει το πρόβλημα ακόμα μεγαλύτερο. Το 2024, μόλις το 12,2% των εργαζομένων εργαζόταν στη βιομηχανία, ένα ποσοστό χαμηλότερο και από το 2009. Αντίθετα, στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης το ποσοστό αυτό φτάνει το 23,2% και στα Βαλκάνια το 21,6%. Επιπλέον, οι κλάδοι υψηλής τεχνολογίας και μεταποίησης υψηλής προστιθέμενης αξίας είναι περιορισμένοι, γεγονός που δυσκολεύει τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και αφήνει μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού σε επαγγέλματα με χαμηλές αμοιβές.

Οι μισθοί παραμένουν σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα. Το 2024, το μέσο ετήσιο εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) φτάνει μόλις το 59,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το μέσο ωρομίσθιο στην Ελλάδα είναι 11,3 PPS, ενώ σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αγγίζει τα 15,3, στα Βαλκάνια τα 18,1 και στις οικονομίες της Περιφέρειας τα 20,4. Οι χαμηλές αμοιβές είναι ένα γενικό φαινόμενο και επηρεάζουν σχεδόν όλους τους κλάδους, από τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες μέχρι το εμπόριο και την εστίαση, δημιουργώντας συνθήκες μακροχρόνιας οικονομικής δυσκολίας για τα νοικοκυριά.

Οι κοινωνικές επιπτώσεις είναι πλέον ορατές. Το 2024, το 21% των μισθωτών ζούσε σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ 15 επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ. Το 46,6% των νοικοκυριών με παιδιά που εξαρτώνται από αυτά δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν σε βασικές υποχρεώσεις, όπως το ενοίκιο, οι δόσεις δανείων και οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, ένα ποσοστό πολύ υψηλότερο σε σχέση με τις χώρες της Βαλκανικής, της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των οικονομιών της Περιφέρειας.

Το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει ιδιαίτερα σοβαρό. Το 2024, οι δαπάνες για στέγαση φτάνουν το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, με τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά να ξοδεύουν πάνω από το μισό εισόδημά τους για στέγη. Οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες είναι αυτές που πλήττονται περισσότερο: για το φτωχότερο εισοδηματικό 20%, το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης φτάνει το 88,6%, ενώ για τους πλουσιότερους περιορίζεται μόλις στο 1,4%. Παράλληλα, οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης σε σχέση με το 2021, με μεγαλύτερα προβλήματα στην Κεντρική Μακεδονία, την Πελοπόννησο, την Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, το Βόρειο Αιγαίο και τη Δυτική Ελλάδα.

Η έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια πορεία διαρθρωτικής ανισότητας: οι αδυναμίες της αγοράς εργασίας και το υψηλό κόστος ζωής εμποδίζουν τα νοικοκυριά να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, ενώ οι χαμηλές αμοιβές και η έλλειψη ποιοτικής απασχόλησης περιορίζουν σημαντικά την κοινωνική ευημερία. Η συνεχής παρακολούθηση αυτών των προβλημάτων και η λήψη στοχευμένων μέτρων είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας στη χώρα.