Outsourcing: Απώλεια 150.000 θέσεων εργασίας σε μία διετία στην ΕΕ – Κερδισμένοι και χαμένοι

Εξωτερική Ανάθεση: Χάνονται χιλιάδες θέσεις εργασίας στην ΕΕ – Ποιοι κερδίζουν;

Επιχειρήσεις
Δημοσιεύθηκε  · 5 λεπτά ανάγνωση

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Eurostat, δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση χάθηκαν μέσα σε δύο χρόνια, εξαιτίας της εξωτερικής ανάθεσης (outsourcing). Αυτή η πρακτική, εκτός από την απώλεια εγχώριων θέσεων εργασίας, επιφέρει και μια άνιση κατανομή των ωφελειών μεταξύ των κρατών-μελών, με ορισμένα να βγαίνουν κερδισμένα σε βάρος άλλων.

Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι επιχειρήσεις που εδρεύουν στην ΕΕ επιλέγουν να μεταφέρουν θέσεις εργασίας εκτός των συνόρων της Ένωσης, με την Ινδία να αποτελεί τον δημοφιλέστερο προορισμό.

Η πρακτική της μεταφοράς έργου στο εξωτερικό αποτελεί για πολλές επιχειρήσεις μια λύση για την εξοικονόμηση χρημάτων, ενώ για κάποιες συνιστά επιβίωση. Ωστόσο, ταυτόχρονα, προκαλεί περικοπές θέσεων εργασίας στο εσωτερικό κάθε χώρας, οι οποίες σπάνια αντικαθίστανται. Το τελικό ισοζύγιο είναι αρνητικό.

Σύμφωνα με έκθεση της Eurostat που παρουσιάζει το Euronews, οι χώρες της ΕΕ έχασαν περίπου 150.000 θέσεις εργασίας μεταξύ 2021 και 2023 λόγω της εξωτερικής ανάθεσης. Ο αριθμός αυτός είναι τριπλάσιος από τις θέσεις που δημιουργήθηκαν μέσω της ίδιας διαδικασίας την ίδια περίοδο.

Σημαντικές απώλειες θέσεων εργασίας λόγω της μεταφοράς τους στο εξωτερικό καταγράφηκαν στην Κεντρική Ευρώπη. Στην Πολωνία και την Ουγγαρία, η εξωτερική ανάθεση οδήγησε στην εξαφάνιση δέκα φορές περισσότερων θέσεων εργασίας από όσες δημιούργησε, σύμφωνα με ανάλυση της Europe in Motion, βασισμένη σε στοιχεία της Eurostat.

Εκτός από τη Μάλτα, μόνο η Φινλανδία παρουσίασε μεγαλύτερη ανισορροπία, με τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν να είναι 15 φορές περισσότερες από αυτές που δημιουργήθηκαν μέσω outsourcing.

Σε απόλυτους αριθμούς, η Γερμανία ξεχωρίζει με τη μεγαλύτερη καθαρή απώλεια θέσεων εργασίας, η οποία αγγίζει τις 50.000. Ακολουθούν η Γαλλία με περίπου 5.000 και η Ιταλία με λίγο πάνω από 1.000.

Υπάρχουν μόνο τρεις εξαιρέσεις στην ΕΕ, όπου οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν μέσω μετεγκατάστασης είναι περισσότερες από αυτές που χάθηκαν.

Η Ιρλανδία κατέχει την πρώτη θέση με διαφορά, με ένα καθαρό ισοζύγιο που αγγίζει τις 5.000 θέσεις εργασίας. Έπονται η Τσεχία με λίγο πάνω από 800 και η Ισπανία με σχεδόν 300. Παρόλα αυτά, η Ιρλανδία είναι επίσης μία από τις χώρες με το υψηλότερο ποσοστό επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό.

"Το υψηλότερο ποσοστό της διεθνούς προμήθειας εντοπίζεται σε μικρές, ανοικτές οικονομίες με υψηλό κόστος εργασίας", αναφέρει η Eurostat. Η Σλοβακία βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής λίστας με 11%, ακολουθούμενη από την Ιρλανδία με 10% και τη Δανία με 9%.

Ο τομέας που έχει πληγεί περισσότερο είναι η μεταποίηση (παραγωγή αγαθών και υλικών), όπου χάθηκαν πάνω από 53.000 θέσεις εργασίας μέσα σε δύο χρόνια. Ακολουθούν οι διοικητικές και διαχειριστικές εργασίες με περίπου 34.000.

Ωστόσο, σε αναλογική βάση, ο τομέας της πληροφορικής υφίσταται τις μεγαλύτερες απώλειες, με πάνω από 15.000 θέσεις εργασίας να χάνονται, που αντιστοιχούν περίπου στο 0,5% της συνολικής απασχόλησης. Ακολουθούν οι θέσεις εργασίας στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης με 0,4%.

Σε γενικές γραμμές, ο κύριος λόγος για τη μετεγκατάσταση θέσεων εργασίας είναι η εξοικονόμηση στο εργατικό κόστος (34%), ακολουθούμενη από τη μείωση άλλων δαπανών (28%) και την εστίαση στην κύρια δραστηριότητα (20%).

Όσον αφορά τους προορισμούς αυτών των θέσεων εργασίας, η Ινδία κατέχει την πρώτη θέση εκτός ΕΕ, ακολουθούμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά και τις ΗΠΑ, καθώς και την Κίνα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat.

Η μετακίνηση θέσεων εργασίας εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αποτέλεσμα μόνο ενός παράγοντα. Τα τελευταία χρόνια, η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση σε ορισμένα κράτη-μέλη, σε συνδυασμό με το υψηλό λειτουργικό κόστος, ωθεί τις επιχειρήσεις προς πιο "φιλικές" αγορές.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η αναλογία φόρων προς το ΑΕΠ στην ΕΕ έφτασε το 40,4%. Επίσης, το ποσοστό φόρων επί του ΑΕΠ αυξήθηκε από 40,5% το 2023 σε 40,9% το 2024. Σε απόλυτους αριθμούς, τα έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές αυξήθηκαν κατά 387 δισεκατομμύρια ευρώ στην ΕΕ σε σχέση με το 2023, φτάνοντας τα 7,28 τρισεκατομμύρια ευρώ.

Παράλληλα, οι εργοδότες προσαρμόζουν τα μοντέλα απασχόλησης, με την ευέλικτη και μερική εργασία να κερδίζει έδαφος, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat. Οι εργοδότες χρησιμοποιούν, μεταξύ άλλων, συμβάσεις μερικής απασχόλησης για να επιτύχουν μεγαλύτερη ευελιξία, να μειώσουν το κόστος εργασίας και να προσαρμοστούν στις διακυμάνσεις της ζήτησης.

Για παράδειγμα, οι μίνι-θέσεις εργασίας αποτελούν σημαντικό τμήμα της γερμανικής αγοράς εργασίας και δημιουργούν μεγάλο αριθμό θέσεων μερικής απασχόλησης. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), η απασχόληση στον τομέα των υπηρεσιών αντιπροσώπευε πάνω από το 80% της συνολικής απασχόλησης στη Σουηδία, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο, ενώ ήταν σημαντικά χαμηλότερη στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Βουλγαρία, Ρουμανία) ή της Κεντρικής Ευρώπης (Πολωνία, Σλοβακία, Ουγγαρία).

Σε 33 ευρωπαϊκές χώρες, το ποσοστό μερικής απασχόλησης κυμαίνεται από 1,5% στη Βουλγαρία έως 40,5% στην Ελβετία, με την Ολλανδία να ακολουθεί από κοντά με 38,9%. Το ποσοστό είναι επίσης πολύ υψηλό στην Αυστρία και τη Γερμανία, όπου περίπου τρεις στους δέκα εργαζόμενους απασχολούνται με μερική απασχόληση.

Στο άλλο άκρο της κατάταξης, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η Ρουμανία, η Κροατία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία παρουσιάζουν ποσοστά κάτω του 5%. Σύμφωνα με την Eurostat, το ποσοστό μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα είναι 6,2%.

Σε συνδυασμό με τις μεταβολές στο κόστος εργασίας και στα πρότυπα απασχόλησης, τα δεδομένα αυτά αποτυπώνουν μια ευρύτερη αναδιάταξη της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη. Το ερώτημα για την ΕΕ είναι κατά πόσο μπορεί να διαχειριστεί το φαινόμενο του outsourcing με τρόπο που να μην οδηγεί σε μόνιμη απόκλιση μεταξύ των κρατών-μελών, με καθαρές απώλειες για ορισμένες χώρες και θετικό ισοζύγιο για άλλες.