Αποτυχία χαρακτηρίζει το Brexit το 54,9% των Βρετανών – Ο νέος πρωθυπουργός ανοίγει την ατζέντα της επιστροφής στην ΕΕ

Δέκα χρόνια μετά το Brexit: 49% στηρίζουν την επανένταξη

Πολιτική
Δημοσιεύθηκε  · 5 λεπτά ανάγνωση

Δέκα χρόνια αφότου το ιστορικό δημοψήφισμα του Brexit άλλαξε την πορεία της Βρετανίας, η συζήτηση για την επαναπροσέγγιση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση επιστρέφει δυναμικά. Η αλλαγή αποτυπώνεται σε νέα, εκτενή δημοσκόπηση της Messina Group σε δείγμα 11.461 πολιτών, η οποία δείχνει σαφή μεταστροφή της κοινής γνώμης.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 49% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της επανένταξης στην ΕΕ. Το 52,4% θεωρεί ότι η έξοδος από το ευρωπαϊκό μπλοκ ήταν λανθασμένη απόφαση, ενώ μόλις το 29,7% συνεχίζει να την υπερασπίζεται. Παράλληλα, το 54,9% χαρακτηρίζει το Brexit ως «αποτυχία».

Η δημοσκόπηση δημοσιεύθηκε μαζί με πρόσφατες δηλώσεις του νέου πρωθυπουργού και ηγέτη των Εργατικών Άντι Μπέρναμ, ο οποίος άνοιξε τολμηρά την πολιτική ατζέντα της επιστροφής. Μιλώντας στο BBC News, δήλωσε ότι όλα είναι πιθανά όσον αφορά τη συμπερίληψη ενός νέου δημοψηφίσματος στο επόμενο προεκλογικό πρόγραμμα του κόμματος. Παράλληλα, εξέφρασε την προσωπική επιθυμία να δει τη Βρετανία να επιστρέψει στην ΕΕ κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Η έρευνα εξέτασε και πιο ήπιες μορφές συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 48,2% υποστήριξε τη διατήρηση του τρέχοντος πλαισίου με ταυτόχρονη μείωση των εμπορικών φραγμών, ενώ το 47,1% δήλωσε θετική διάθεση για συμμετοχή σε μια τελωνειακή ένωση.

Στο εσωτερικό των Εργατικών, κορυφαία στελέχη, όπως η αναπληρώτρια ηγέτης Λούσι Πάουελ, εμφανίζονται πιο συγκρατημένα. Εκφράζονται έντονοι φόβοι ότι το άνοιγμα του ασκού του Αιόλου του Brexit θα αναζωπυρώσει βαθιές κοινωνικές διαιρέσεις και θα δώσει εκλογική ώθηση στο δεξιό, λαϊκιστικό κόμμα Reform UK του Νάιτζελ Φαράζ. Σύμφωνα με τον βρετανικό τύπο, η κυβέρνηση προτιμά να επικεντρωθεί στο ότι οι υποσχέσεις που δόθηκαν το 2016 δεν υλοποιήθηκαν, αντί να προσπαθήσει να πείσει τους ψηφοφόρους ότι έκαναν λάθος.

Η πιθανή τροχιά επιστροφής της Βρετανίας απασχολεί και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Σε εκτενές ρεπορτάζ του Guardian αναλύεται η πρόβλεψη της Messina Group ότι μια ξεκάθαρη στάση υπέρ της ΕΕ θα μπορούσε να αυξήσει τα ποσοστά των Εργατικών έως και επτά μονάδες, προσελκύοντας ψηφοφόρους από τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες και τους Πράσινους. Το δημοσίευμα του Independent εστιάζει στη σφοδρή κριτική της αντιπολίτευσης έναντι της κίνησης του Μπέρναμ, με τον Νάιτζελ Φαράζ να χαρακτηρίζει το άνοιγμα της συζήτησης τεράστιο πολιτικό λάθος που θα διχάσει τη χώρα. Από την πλευρά του, το πρακτορείο Reuters σχολιάζει ότι η οικονομική δυσπραγία και η αποτυχία του Brexit να περιορίσει τη μετανάστευση έδωσαν στον Μπέρναμ την πολιτική αυτοπεποίθηση να ανοίξει ξανά το ζήτημα.

Στο ευρωπαϊκό έδαφος, η προοπτική επιστροφής έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από μεγάλες δυνάμεις. Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου στη Μαδρίτη, υποδέχθηκε τα νέα με ένα χαμογελαστό «Welcome back». Παράλληλα, τόνισε ότι η Βρετανία δεν θα μπορεί να επιλέξει μια λια καρτ τους όρους της συμμετοχής της. Ο Ισπανός Πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ δήλωσε ότι η χώρα θα γινόταν δεκτή με ανοιχτές αγκάλες, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κράτησε μια πιο θεσμική στάση, δηλώνοντας ότι είναι έτοιμη για διάλογο μόλις το Λονδίνο καταθέσει επίσημες προτάσεις.

Η οικονομική ζημιά από το Brexit είναι πλέον μετρήσιμη και βαθιά, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες της Τράπεζας της Αγγλίας και του National Bureau of Economic Research. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η έξοδος από την ενιαία αγορά μείωσε το βρετανικό ΑΕΠ κατά 6% έως 8% μέχρι το 2025, προκαλώντας μια σταδιακή αλλά συνεχή οικονομική αιμορραγία.

Η επιχειρηματική δραστηριότητα έχει πληγεί σοβαρά. Οι επενδύσεις κατέγραψαν πτώση 12% έως 18% σε σύγκριση με τις υπόλοιπες προηγμένες οικονομίες, κυρίως εξαιτίας της πολυετούς αβεβαιότητας. Οι εξαγωγές αγαθών προς την ΕΕ συρρικνώθηκαν κατά περίπου 14%, αναγκάζοντας πάνω από 16.000 βρετανικές επιχειρήσεις να εγκαταλείψουν πλήρως την ευρωπαϊκή αγορά.

Οι νέες διμερείς εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψε το Λονδίνο εκτός ΕΕ απέδωσαν ελάχιστα, ενισχύοντας το ΑΕΠ κατά μόλις 0,2%. Παράλληλα, το Brexit απέτυχε να περιορίσει τη μετανάστευση: η μείωση των Ευρωπαίων εργαζομένων αντισταθμίστηκε από μια κατακόρυφη αύξηση μεταναστών από χώρες εκτός ΕΕ.

Οι Συντηρητικοί αντέδρασαν με σφοδρότητα στο άνοιγμα της συζήτησης για το λεγόμενο “Breturn” από τον Άντι Μπέρναμ. Στελέχη των Tories κατηγορούν τον πρωθυπουργό ότι προσπαθεί να ακυρώσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 2016 και να ανοίξει ξανά τις πληγές ενός βαθύ κοινωνικού διχασμού.

Η γραμμή της αξιωματικής αντιπολίτευσης επικεντρώνεται στο ότι η κυβέρνηση των Εργατικών χρησιμοποιεί το Brexit ως αποδιοπομπαίο τράγο για να δικαιολογήσει τις δικές της εσωτερικές πολιτικές αποτυχίες. Οι Συντηρητικοί ισχυρίζονται ότι τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, όπως η στασιμότητα του βιοτικού επιπέδου, οφείλονται σε ευρύτερες παγκόσμιες κρίσεις, όπως η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία, καθώς και σε κακές κυβερνητικές επιλογές, και όχι αποκλειστικά στην έξοδο από την ΕΕ. Προειδοποιούν ότι μια νέα προσπάθεια ένταξης θα βυθίσει τις επιχειρήσεις σε έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας και θα αναγκάσει τη Βρετανία να επιστρέψει στην ΕΕ με πολύ χειρότερους όρους, χάνοντας τα παλιά προνομιακά της δικαιώματα (opt-outs).

Η Συνομοσπονδία Βρετανικών Βιομηχανιών, η οποία εκπροσωπεί χιλιάδες επιχειρήσεις, βλέπει τη συζήτηση με ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία πλευρά, η επιχειρηματική κοινότητα αισθάνεται τεράστια ανακούφιση στην προοπτική κατάργησης των γραφειοκρατικών εμποδίων, των δασμών και των καθυστερήσεων στα λιμάνια που προκάλεσε η έξοδος από την ενιαία αγορά. Οι βρετανικές εταιρείες αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους τομείς, όπως η υγεία, οι μεταφορές και η φιλοξενία, και η επιστροφή Ευρωπαίων εργαζομένων θα έλυνε άμεσα το πρόβλημα.

Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις φοβούνται έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας. Έχοντας ξοδέψει δισεκατομμύρια για να προσαρμοστούν στους κανόνες του Brexit τα τελευταία χρόνια, βλέπουν με ανησυχία μια νέα, χαοτική μεταβατική περίοδο. Ο φόβος της πιθανής απώλειας της Στερλίνας προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη νευρικότητα στην επιχειρηματική κοινότητα, ενώ η προοπτική της επανένταξης εμφανίζεται τόσο ελκυστική όσο και αβέβαιη.