ΕΣΕΕ: «Καμπανάκι» για την ελληνική οικονομία το μηδένισμα του κοντέρ στο εμπόριο – Οι αριθμοί πλέον «φωνάζουν»

Αποκαλύπτεται η σκληρή πραγματικότητα του λιανεμπορίου: Τα στοιχεία που προκαλούν έντονο προβληματισμό

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Το 2025 εξελίχθηκε σε μια χρονιά έντονων πιέσεων και συρρίκνωσης για το ελληνικό λιανικό εμπόριο σε πραγματικούς όρους. Η ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ αποτυπώνει ανάγλυφα την κατάσταση του ισχυρότερου κλάδου και μεγαλύτερου εργοδότη της οικονομίας, ο οποίος βρίσκεται «εγκλωβισμένος» ανάμεσα στον πληθωρισμό και το συνεχώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος.

Σχεδόν οι μισές εμπορικές επιχειρήσεις, με έμφαση στις μικρές και πολύ μικρές, βιώνουν μια παρατεταμένη κατάσταση στασιμότητας. Κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025, ο αποπληθωρισμένος κύκλος εργασιών για το λιανεμπόριο —εξαιρουμένων των τροφίμων, των οχημάτων και των καυσίμων— παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Παρά την ονομαστική αύξηση των πωλήσεων, τα έσοδα αδυνατούν να καλύψουν την πραγματική συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.

Συνολικά για το 2025, ο τζίρος σε πραγματικούς όρους σημείωσε πτώση -0,4%, σηματοδοτώντας τη δεύτερη συνεχόμενη χρονιά συρρίκνωσης για τον κλάδο. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις δέχθηκαν το ισχυρότερο πλήγμα, καταγράφοντας μείωση -3,4% στον πραγματικό τζίρο τους το τελευταίο τρίμηνο, ενώ οι μικρές επιχειρήσεις είδαν πτώση της τάξης του -1,7%. Στον αντίποδα, οι μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις εμφάνισαν αυξήσεις +5,1% και +5,4% αντίστοιχα, αν και τα κέρδη τους πιέζονται από τα υψηλά λειτουργικά έξοδα.

Παρά τις εκπτωτικές περιόδους όπως η Black Friday και την εορταστική αγορά, το τελευταίο τρίμηνο του έτους επιβεβαίωσε τη στασιμότητα, με τον πραγματικό τζίρο να παραμένει στο 0%. Ενώ ο Νοέμβριος κινήθηκε θετικά λόγω των προσφορών, ο Δεκέμβριος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των μικρομεσαίων, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών είχε ήδη απορροφηθεί από πάγιες υποχρεώσεις.

Σε όρους απόλυτων μεγεθών, ο κύκλος εργασιών για το 2025 διαμορφώθηκε στα 27,33 δισ. ευρώ, έναντι 26,79 δισ. το 2024. Αν και σημειώθηκε αύξηση 545,2 εκατ. ευρώ, πρόκειται για τη χαμηλότερη ποσοστιαία ενίσχυση από το 2020. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η εκρηκτική αύξηση +31,7% στην κατηγορία των μεταχειρισμένων ειδών, γεγονός που υποδηλώνει μια αναγκαστική στροφή των καταναλωτών σε οικονομικότερες λύσεις. Παράλληλα, η επανεμφάνιση ακάλυπτων επιταγών μαρτυρά τη στενότητα ρευστότητας στην αγορά.

Γεωγραφικά, η Αττική (+3,6%) και τα Ιόνια Νησιά (+3,0%) παρουσίασαν τις ισχυρότερες αυξήσεις τζίρου, ενώ αντίθετα, το Νότιο Αιγαίο (-2,4%) και η Δυτική Μακεδονία (-2,1%) κατέγραψαν τις σημαντικότερες υποχωρήσεις. Η έκθεση σημειώνει ότι το 2025 ήταν ένα «έτος επιβίωσης», με την ΕΣΕΕ να προειδοποιεί ότι χωρίς μέτρα όπως η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός, η κρίση θα συνεχιστεί και το 2026.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, Σταύρο Καφούνη, δύο στοιχεία προκαλούν έντονη ανησυχία: «ότι ακόμη και σε ονομαστικές τιμές, καταγράφεται στο σύνολο του λιανικού εμπορίου η μικρότερη αύξηση τζίρου από το 2020 και ότι σε πραγματικούς όρους είναι το δεύτερο συνεχόμενο έτος συρρίκνωσης». Ο ίδιος επισημαίνει πως «η Πολιτεία οφείλει να προβληματισθεί από το γεγονός ότι τόσο η εγχώρια κατανάλωση – λόγω της μειωμένης αγοραστικής δύναμης – όσο και οι αυξημένες τουριστικές εισπράξεις στρέφονται και ενισχύουν κυρίως τον κλάδο των τροφίμων. Την ίδια στιγμή, η στενότητα στην αγορά επιβεβαιώνεται και από τη σταδιακή αύξηση των κλειστών καταστημάτων και των ακάλυπτων επιταγών».

Με το 2026 να μην δείχνει σημάδια βελτίωσης το πρώτο δίμηνο, ο κ. Καφούνης τονίζει την «ανάγκη δικαιότερης αντιμετώπισης του πλέον διασυνδεδεμένου, φορολογικά και εργασιακά, κλάδου της οικονομίας». Θεωρεί απαραίτητες τις ρυθμίσεις για μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τη βιώσιμη διαχείριση οφειλών. Καταλήγοντας, υπογραμμίζει ότι το εμπόριο «χρειάζεται νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα το στηρίζουν στον «μαραθώνιο» του ψηφιακού του μετασχηματισμού, καθώς και επικαιροποιημένες πολιτικές που θα το διασυνδέουν ολοκληρωμένα με τον τουρισμό, την αγροδιατροφή και τη βιομηχανία».