Αποκάλυψη για το ελαιόλαδο: Τεχνητή έλλειψη και αύξηση τιμών στην Ελλάδα!
Στην ελληνική αγορά ελαιολάδου, μια ερευνητική μελέτη της Επιτροπής Ανταγωνισμού εντόπισε πρακτικές τεχνητής έλλειψης με σκοπό την αύξηση των τιμών. Η μελέτη εξέτασε την αλληλεξάρτηση των τιμών παραγωγών μεταξύ Ελλάδας, Ισπανίας και Ιταλίας, των τριών μεγαλύτερων ελαιοπαραγωγών χωρών της Ευρώπης. Το φαινόμενο παρατηρείται κυρίως όταν την προηγούμενη χρονιά υπήρξε μεγάλη αύξηση των τιμών, για παράδειγμα, λόγω μειωμένης παραγωγής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι παραγωγοί διστάζουν να πουλήσουν, προσδοκώντας ακόμη υψηλότερες τιμές, ακόμη και αν υπάρχει επάρκεια προϊόντος στην πραγματικότητα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), η τιμή λιανικής του ελαιολάδου στα τέλη του 2023 ήταν αυξημένη κατά 58,50%. Στα τέλη του 2024, η τιμή είχε υποχωρήσει μόλις κατά 0,58%. Μια μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε το 2025, με την τιμή του ελαιολάδου τον Δεκέμβριο του 2025 να είναι χαμηλότερη κατά 34% σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν. Ωστόσο, η τιμή λιανικής δεν επέστρεψε ποτέ στα επίπεδα πριν από το 2023, ενώ η σωρευτική αύξηση της τιμής την τελευταία πενταετία ανέρχεται σε 57,17%.
Η μελέτη αποκαλύπτει ότι οι παραγωγοί ελαιολάδου στην Ελλάδα τείνουν να αποθηκεύουν το προϊόν και να το διαθέτουν σταδιακά στην αγορά, ανάλογα με τις οικονομικές τους ανάγκες, αντί να αντιδρούν άμεσα στις διακυμάνσεις των τιμών της διεθνούς αγοράς. Αυτό, σύμφωνα με τους ερευνητές, "δημιουργεί μια καθυστερημένη αντίδραση στις διακυμάνσεις της αγοράς", η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ασυμμετρίες στην αγορά λιανικής.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της εγχώριας αγοράς είναι η υψηλή εγχώρια κατανάλωση ελαιολάδου και ο μεγάλος αριθμός μικρών παραγωγών. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου στην Ελλάδα είναι η υψηλότερη παγκοσμίως, και ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής προορίζεται για οικιακή κατανάλωση ή για το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σε περιόδους κρίσης, λόγω ξαφνικής αύξησης της διεθνούς ζήτησης, οι μικροί παραγωγοί είτε δεν μπορούν είτε δεν επιθυμούν να αυξήσουν την προσφορά τους στην αγορά.
Επιπλέον, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της εγχώριας παραγωγής εξάγεται χύμα στην Ιταλία για εμφιάλωση και τυποποίηση, μπορεί να συμβάλει στην αύξηση των τιμών, ανεξάρτητα από την πραγματική εγχώρια ζήτηση και παραγωγή.
Πάνω από το ήμισυ της ελληνικής παραγωγής ελαιολάδου (έξτρα παρθένου και παρθένου) εξάγεται, με τις μεγαλύτερες ποσότητες (άνω του 60%) να κατευθύνονται προς την Ιταλία. Ωστόσο, η Ιταλία εισάγει ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες ελαιολάδου από την Ισπανία. Επομένως, η τιμή που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι Ιταλοί για το ελληνικό ελαιόλαδο εξαρτάται από την τιμή που έχουν δώσει για το ισπανικό. Εάν μια ξηρασία πλήξει την ισπανική παραγωγή και οι τιμές αυξηθούν, αυτό θα επηρεάσει και το ελληνικό ελαιόλαδο, ακόμη και αν η παραγωγή στην Ελλάδα είναι μεγάλη, επιβαρύνοντας τους Έλληνες καταναλωτές.
Την περίοδο 2024/2025, η παραγωγή της Ελλάδας εκτιμάται σε 250.000 τόνους, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, από 192.000 τόνους την περίοδο 2023/2024. Για την περίοδο 2025/2026, προβλέπεται μείωση της παραγωγής στην Ελλάδα κατά 12%, στους 220.000 τόνους. Μια μικρότερη μείωση, της τάξης του 3%, προβλέπεται και για την Ισπανία.
Η μελέτη εκπονήθηκε από την Ιωάννα Χριστοδουλάκη και τον Αθανάσιο Δήμα (τμήμα Χαρτογράφησης Αγορών και Έρευνας της Ε.Α.), σε συνεργασία με τους καθηγητές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Εργαστηρίου Εφαρμογών Πληροφορικής και Υπολογιστικών Οικονομικών (ΕΕΠΥΟ) Δημήτριο Παναγιώτου και Αθανάσιο Σταυρακούδη.