Ανατροπή στην οικονομία: Πώς καταρρίπτεται ο μύθος της «οικονομίας του καφέ»
Για χρόνια, η εικόνα της Ελλάδας ως μιας χώρας εγκλωβισμένης σε ένα μοντέλο χαμηλής παραγωγικότητας κυριαρχούσε στις αναλύσεις, τροφοδοτώντας την ανησυχία για το εμπορικό έλλειμμα. Ωστόσο, μια νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ Intelligence έρχεται να ανατρέψει ριζικά την κυρίαρχη αφήγηση περί διατήρησης του «παλαιού παραγωγικού υποδείγματος» και της υποτιθέμενης μετάπτωσης της χώρας σε μια «οικονομία του καφέ».
Το εμπορικό έλλειμμα, που το 2024 έφτασε στα 35,67 δισ. ευρώ, δεν συνιστά ένδειξη παραγωγικής αποτυχίας, αλλά αποτελεί το αναπόφευκτο λογιστικό και μακροοικονομικό αποτέλεσμα των υψηλών πλεονασμάτων που καταγράφει η χώρα. Συγκεκριμένα, η αύξηση του ελλείμματος προσδιορίζεται «μηχανιστικά» από το πλεόνασμα στο ισοζύγιο υπηρεσιών (22,68 δισ. ευρώ το 2024) και την εκρηκτική άνοδο του πλεονάσματος στον λογαριασμό κεφαλαίων, που ανήλθε στα 14,37 δισ. ευρώ έναντι μόλις 4,99 δισ. το 2018. Όσο αυξάνονται οι εισροές κεφαλαίων, ενισχύονται η ρευστότητα και το διαθέσιμο εισόδημα, οδηγώντας νομοτελειακά σε αύξηση των εισαγωγών, ανεξάρτητα από την πορεία των εξαγωγών.
Η μελέτη αποδομεί με εμπειρικά δεδομένα τη θεωρία της «οικονομίας του καφέ». Παρότι η απασχόληση στους κλάδους καταλυμάτων και εστίασης αυξήθηκε κατά 55% την περίοδο 2013-2024, ο τομέας αυτός συνεισέφερε το 19% των νέων θέσεων εργασίας και όχι το ήμισυ, όπως συχνά αναφέρεται. Στον αντίποδα, η μεταποιητική βιομηχανία πρόσθεσε 93.000 νέες θέσεις εργασίας, σημειώνοντας αύξηση 29%, ενώ η συνολική αύξηση της απασχόλησης στην οικονομία ανήλθε σε 763.000 άτομα.
Η ελληνική οικονομία μετατοπίζεται ήδη σε ένα νέο πρότυπο εξωστρέφειας. Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 7% την περίοδο 2009-2024, επίδοση που υπερβαίνει σαφώς τον ρυθμό αύξησης των τουριστικών εσόδων (5%). Παράλληλα, η μεταποιητική παραγωγή καταγράφει σταθερή άνοδο με ρυθμό 3% ετησίως, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό και τεχνολογικό εξοπλισμό έφτασαν στα 16,55 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 8,8% από το 2013. Αποκαλυπτική είναι και η σύγκριση με την Ιταλία, καθώς ο ρυθμός αύξησης των ελληνικών εξαγωγών (7,8%) υπερτερεί σημαντικά του ιταλικού (4,2%) για την περίοδο 2015-2024.
Παρά την πρόοδο, ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ Ηλίας Κικίλιας προειδοποιεί ότι δεν υπάρχει περιθώριο για εφησυχασμό. Όπως σημειώνει: «Υφίστανται σοβαρές αδυναμίες και δυσλειτουργίες στη λειτουργία των αγορών, στη θεσμική αποτελεσματικότητα, στην κατανομή των πόρων και στη σύνθεση των επενδύσεων που περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες, τη δυνητική αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Η αντιμετώπισή τους όμως προϋποθέτει ακριβή διάγνωση – όχι στερεότυπα. Το αφήγημα της “οικονομίας του καφέ” και της “Ελλάδας της καφετέριας” δεν βοηθά στη χάραξη πολιτικής. Υποτιμά τις πραγματικές επιδόσεις της χώρας, απαξιώνει δυναμικούς εξαγωγικούς και παραγωγικούς κλάδους, και συγχέει μακροοικονομικά μεγέθη με δομικές αδυναμίες. Η πρόκληση δεν είναι να “αποδράσουμε” από μια ανύπαρκτη “οικονομία του καφέ”, αλλά να κεφαλαιοποιήσουμε τα πραγματικά επιτεύγματα της τελευταίας δεκαετίας και να αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό τα εξαιρετικά σοβαρά εναπομείναντα προβλήματα. Μόνον έτσι ο δημόσιος διάλογος καθίσταται νηφάλιος και μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας κοινωνικά βιώσιης αναπτυξιακής στρατηγικής»