«Ο Τραμπ θέλει ακόμη τη Γροιλανδία», λέει η πρωθυπουργός της Δανίας

Αμετακίνητος ο Τραμπ για τη Γροιλανδία: Το «όχι» και οι κόκκινες γραμμές

Κόσμος
Δημοσιεύθηκε  · 2 λεπτά ανάγνωση

Η γεωπολιτική σκακιέρα στην Αρκτική παίρνει φωτιά, καθώς ο «πόθος» του Ντόναλντ Τραμπ για την προσάρτηση της Γροιλανδίας παραμένει ολοζώντανος, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Δανίας. Στο πλαίσιο της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν δεν μάσησε τα λόγια της, περιγράφοντας μια κατάσταση που κάθε άλλο παρά λήξασα θεωρείται.

«Δυστυχώς, νομίζω ότι ο πόθος (του) παραμένει ο ίδιος», δήλωσε χαρακτηριστικά η κ. Φρέντερικσεν, απαντώντας σε ερώτημα για το αν ο Ρεπουμπλικάνος θέλει ακόμη το νησί στην αμερικανική επικράτεια. Αφότου επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, πριν από έναν χρόνο και πλέον, ο Τραμπ έχει επαναλάβει πως η Ουάσιγκτον πρέπει να πάρει τον «έλεγχο» της περιοχής για λόγους «εθνικής ασφαλείας». Παρά το γεγονός ότι φαίνεται να αναζητά ένα «πλαίσιο» διαπραγμάτευσης μέσω του γενικού γραμματέα του NATO Μαρκ Ρούτε, η ηγεσία της Δανίας και της Γροιλανδίας προειδοποιεί ότι οι πιέσεις που ασκούνται στον τοπικό πληθυσμό είναι «απαράδεκτες».

Η κρίση φαίνεται να έχει βαθιές ρίζες και, όπως τόνισε η κ. Φρέντερικσεν, «δεν νομίζουμε ότι τελείωσε». Αν και έχει σχηματιστεί μια τριμερής ομάδα εργασίας μεταξύ Γροιλανδίας, Δανίας και ΗΠΑ για να συζητηθούν οι αμερικανικές ανησυχίες, οι «κόκκινες γραμμές» παραμένουν αδιαπραγμάτευτες. «Θα βάζατε τιμή σε κάποιο κομμάτι της Ισπανίας; Ή των ΗΠΑ;», αναρωτήθηκε ρητορικά η πρωθυπουργός, απορρίπτοντας κάθε ενδεχόμενο πώλησης έναντι οποιουδήποτε τιμήματος.

Η ουσία του ζητήματος παραμένει η κυριαρχία και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Ο Γροιλανδός πρωθυπουργός Γενς Φρέντερικ Νίλσεν και η κ. Φρέντερικσεν υπογράμμισαν ότι ο λαός της Γροιλανδίας έχει μιλήσει ξεκάθαρα: «οι πολίτες δεν θέλουν να γίνουν Αμερικανοί». Παρά το κλίμα πίεσης, οι επαφές συνεχίζονται σε διπλωματικό επίπεδο, με την πρόσφατη 15λεπτη συνάντηση με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στο Μόναχο να χαρακτηρίζεται ως «εποικοδομητική», αφήνοντας ωστόσο το μέλλον της Αρκτικής στο επίκεντρο της διεθνούς αντιπαράθεσης.