Ακριβότερη η καθημερινότητα το 2026 παρά τις φοροελαφρύνσεις και τις αυξήσεις μισθών

Ακρίβεια 2026: Έρχονται αυξήσεις-«φωτιά» σε νερό, ρεύμα και ασφάλειες!

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Το 2026 διαγράφεται ως μια χρονιά έντονων πιέσεων για το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, καθώς διαδοχικά κύματα ανατιμήσεων σε βασικές υπηρεσίες και αγαθά συμπίπτουν με αυξήσεις μισθών και φορολογικές ελαφρύνσεις που εξελίσσονται με σαφώς βραδύτερο ρυθμό. Το ισοζύγιο παραμένει αρνητικό για την αγοραστική δύναμη των πολιτών, καθώς η ακρίβεια συνεχίζει να προηγείται, περιορίζοντας την πραγματική αποτελεσματικότητα των μέτρων στήριξης.

Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν τα νέα τιμολόγια νερού της ΕΥΔΑΠ, τα οποία τίθενται σε ισχύ από τις αρχές του 2026 και προβλέπουν αυξήσεις που, για ορισμένες κατηγορίες καταναλώσεων, υπερβαίνουν το 20% στα νοικοκυριά και φθάνουν έως το 32,5% στις επιχειρήσεις. Για νοικοκυριά χαμηλής έως μεσαίας κατανάλωσης, όπου το πάγιο αποτελεί σημαντικό μέρος του λογαριασμού, ο διπλασιασμός του παγίου ύδρευσης σε συνδυασμό με την εισαγωγή νέου παγίου αποχέτευσης οδηγεί σε αισθητές αυξήσεις. Σε τριμηνιαίους λογαριασμούς 50-60 ευρώ, η επιβάρυνση μεταφράζεται σε άνοδο 12%-15%, ενώ σε ακόμη χαμηλότερες καταναλώσεις μπορεί να αγγίξει ή και να ξεπεράσει το 20%.

Παράλληλα, το 2026 ξεκινά με ανοδικές τάσεις και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Αν και οι αυξήσεις στα τιμολόγια ρεύματος εκτιμάται ότι θα είναι συγκρατημένες τους πρώτους μήνες του έτους, η πορεία της χονδρικής αγοράς εμφανίζει σαφή σημάδια ανόδου, περιορίζοντας τα περιθώρια απορρόφησης των πιέσεων από τους παρόχους. Οι εταιρείες ενέργειας αναμένεται να συνεχίσουν μια προσεκτική πολιτική τιμών, επιδιώκοντας να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους και να περιορίσουν τις αντιδράσεις των καταναλωτών, ωστόσο η γενική τάση παραμένει ανοδική, ιδιαίτερα ενόψει της σταδιακής εισαγωγής νέων τιμολογιακών εργαλείων στην αγορά.

Η ενεργειακή επιβάρυνση, έστω και ήπια σε πρώτη φάση, προστίθεται στο ήδη αυξημένο κόστος διαβίωσης και επηρεάζει τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις, ιδίως εκείνες με υψηλή κατανάλωση ενέργειας. Σε συνδυασμό με τις αυξήσεις στο νερό, τα πάγια έξοδα καταλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού και επιχειρηματικού προϋπολογισμού.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι εξελίξεις στην ιδιωτική ασφάλιση υγείας. Από το 2026 αναμένονται αυξήσεις ασφαλίστρων που σε πολλές περιπτώσεις θα ξεπεράσουν το 10%, μετά την απόφαση του Συμβούλιο της Επικρατείας, η οποία ανοίγει τον δρόμο για μονομερείς αναπροσαρμογές από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Παρότι τίθενται αυστηρές προϋποθέσεις διαφάνειας και ενημέρωσης, οι κάτοχοι πολυετών και ισόβιων συμβολαίων βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικές επιβαρύνσεις σε μια περίοδο διαρκούς αύξησης του κόστους υγείας. Η απουσία επίσημου δείκτη αναφοράς για τις αναπροσαρμογές, καθώς ο νέος δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί πλήρως, εντείνει την αβεβαιότητα και αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων στις εταιρείες.

Οι ανατιμήσεις αυτές εξελίσσονται σε ένα περιβάλλον όπου οι αυξήσεις μισθών και οι μειώσεις φόρων, αν και υπαρκτές και σημαντικές σε ονομαστικούς όρους, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν πλήρως το αυξημένο κόστος ζωής. Στο μέτωπο των μισθών, η βασική παρέμβαση αφορά τον κατώτατο μισθό, ο οποίος αναμένεται να αυξηθεί εκ νέου από την άνοιξη του 2026, κινούμενος στην περιοχή των 915-920 ευρώ μεικτά, με μηνιαία αύξηση 35 έως 50 ευρώ. Η αύξηση αυτή επηρεάζει άμεσα εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους και λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για ευρύτερες μισθολογικές προσαρμογές. Παράλληλα, ο μέσος μισθός της οικονομίας εκτιμάται ότι θα αυξηθεί περίπου κατά 3,7%, ξεπερνώντας τα 1.440 ευρώ μεικτά, χωρίς όμως η ονομαστική αυτή άνοδος να μεταφράζεται αυτόματα σε ισόποση ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.

Στον δημόσιο τομέα, οι αυξήσεις συνδέονται με την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού και προβλέπεται να αποτυπωθούν στα βασικά μισθολογικά κλιμάκια από τον Απρίλιο του 2026, με αναδρομική καταβολή. Την ίδια στιγμή, συνεχίζονται στοχευμένες μισθολογικές ενισχύσεις σε ειδικές κατηγορίες εργαζομένων, με στόχο τη συγκράτηση εξειδικευμένου προσωπικού.

Στο φορολογικό πεδίο, το 2026 σηματοδοτεί την εφαρμογή της νέας φορολογικής κλίμακας με μείωση των συντελεστών φόρου εισοδήματος κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες σε κάθε κλιμάκιο έως τις 40.000 ευρώ, οδηγώντας σε χαμηλότερη παρακράτηση φόρου και άμεση αύξηση των καθαρών αποδοχών για περίπου 4 εκατομμύρια φορολογουμένους. Παράλληλα, παρεμβάσεις στον ΕΝΦΙΑ, στα τεκμήρια διαβίωσης και στις παρακρατήσεις φόρου περιορίζουν τη φορολογική επιβάρυνση, ιδίως για νοικοκυριά της περιφέρειας.

Ωστόσο, το συνολικό συμπέρασμα παραμένει: αν και το 2026 φέρνει ονομαστικές βελτιώσεις στο εισόδημα, η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών παραμένει υπό πίεση, επιβεβαιώνοντας ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να προηγείται των εισοδηματικών αυξήσεων.