Τέμπη: Η ζωή μετά την τραγωδία

Τέμπη: Οι αόρατες πληγές των επιζώντων και το τραύμα που δεν κλείνει

Ελλάδα
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών χάραξε ανεξίτηλα τις ψυχές των 57 θυμάτων, όμως άφησε πίσω της και ένα αόρατο, επώδυνο αποτύπωμα σε εκείνους που κατάφεραν να βγουν ζωντανοί από τα συντρίμμια. Τρία χρόνια μετά εκείνη την εφιαλτική νύχτα, οι επιζώντες της επιβατικής αμαξοστοιχίας Intercity 62 συνεχίζουν να δίνουν τη δική τους μάχη στο ΑΧΕΠΑ, προσπαθώντας να διαχειριστούν το βάρος μιας μνήμης που αρνείται να ξεθωριάσει.

Τα ευρήματα της Μονάδας Τραύματος και Διαταραχών Στρες της Ψυχιατρικής Κλινικής του ΑΠΘ είναι αποκαλυπτικά. Ο ψυχομετρικός έλεγχος δείχνει πως το μετατραυματικό στρες παραμένει ζωντανό, ενώ ορισμένοι επιζώντες έρχονται αντιμέτωποι με την «εμμένουσα διαταραχή προσωπικότητας μετά από μία καταστροφική εμπειρία». Στις συνεδρίες ομαδικής ψυχοθεραπείας, οι επιβάτες ξεδιπλώνουν το τραύμα τους, προσπαθώντας να βρουν λέξεις για το αδιανόητο.

Σύμφωνα με τον καθηγητή και διευθυντή της Γ’ Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής, Κωνσταντίνο Φουντουλάκη, συνολικά 41 επιβάτες (23 γυναίκες και 18 άνδρες) προσήλθαν για υποστήριξη. Η έρευνα κατέγραψε πως το 82,92% των συμμετεχόντων εμφάνισε διαταραχή μετατραυματικού στρες, ενώ το 17,07% οξεία διαταραχή στρες. Οι περισσότεροι ήταν νέοι άνθρωποι, ηλικίας 28 έως 32 ετών, που κουβαλούσαν όχι μόνο ψυχικά αλλά και σοβαρά σωματικά τραύματα.

Ο ψυχίατρος Γρηγόριος Καρακατσούλης θυμάται την πυκνή σιωπή των πρώτων συναντήσεων. Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία, καθώς οι επιζώντες βρίσκονταν ακόμα σε κατάσταση σοκ. Το κυρίαρχο αίσθημα στην αρχή ήταν οι ενοχές. «Μακάρι να μπορούσα και να είχα βοηθήσει περισσότερο», ήταν η φράση που επαναλαμβανόταν συνεχώς, με τους ανθρώπους να βασανίζονται για το αν έπραξαν αρκετά για τους συνεπιβάτες τους, ακόμα και αν οι ίδιοι είχαν ξαναμπεί στις φλόγες για να βοηθήσουν.

Με τον καιρό, οι τύψεις έδωσαν τη θέση τους στον θυμό και σε μια έντονη εναλλαγή συναισθημάτων. «Από το γλέντι βρεθήκαμε στον θρήνο», περιέγραψαν πολλοί στους ειδικούς. Η συμπτωματολογία ήταν πιο βαριά για όσους βρίσκονταν στο βαγόνι Β2 και ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο. Αϋπνία, φλας μπακ, εφιάλτες και καταθλιπτικά συμπτώματα έγιναν η νέα τους καθημερινότητα. Οι θεραπευτές προσέγγιζαν το τραύμα με εξαιρετική λεπτότητα, αποφεύγοντας για καιρό τις άμεσες περιγραφές της μοιραίας νύχτας και ρωτώντας απλά: «πώς βλέπετε τη ζωή σας μετά την τραγωδία;».

Η πορεία προς την ίαση αποδεικνύεται μακρά και επίπονη. Το 25% των συμμετεχόντων χρειάστηκε περισσότερες από 18 συνεδρίες, ενώ το 63,14% έλαβε φαρμακευτική αγωγή. Παρά τη βελτίωση που εμφάνισε το 60%, το 10% των επιζώντων συνεχίζει να παρακολουθείται από την ομάδα του κ. Φουντουλάκη μέχρι σήμερα. Η συνεχής δημόσια έκθεση σε εικόνες της τραγωδίας και η καθυστέρηση της δίκης λειτουργούν ως παράγοντες χρόνιου επανατραυματισμού.

Οι ειδικοί προειδοποιούν πως η «χρόνια επανάληψη του τραύματος» αλλάζει την προσωπικότητα του ατόμου, οδηγώντας σε εχθρότητα, δυσπιστία και κοινωνική απόσυρση. Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, παραμένει το θεσμικό κενό. Ο κ. Φουντουλάκης επισημαίνει πως, παρά τις τραγωδίες στα Τέμπη, το Μάτι και τη Μάνδρα, η Ελλάδα στερείται ακόμα ενός οργανωμένου ιατρικού πρωτοκόλλου για την ψυχολογική υποστήριξη θυμάτων μαζικών καταστροφών, αφήνοντας την διαχείριση μελλοντικών κρίσεων στην τύχη.