Ιεράπετρα: 1.000 μετανάστες σε 48 ώρες, αμαξοστάσιο αντί δομής, νεκροί στη θάλασσα
Στην καρδιά της μεταναστευτικής κρίσης που έπληξε την Ιεράπετρα, η «Κ» παρευρέθηκε για 48 ώρες και καταγράφει τα δεδομένα μέσω δέκα και πλέον συνεντεύξεων με στελέχη του Λιμενικού, της αυτοδιοίκησης και μετανάστες από το Μπανγκλαντές, τη Σομαλία και το Νότιο Σουδάν.
Κατά τη διάρκεια του περασμένου Σαββατοκύριακου και μέχρι αργά τη νύχτα της Τρίτης, πάνω από 17 βάρκες με περίπου 1.000 μετανάστες έφθασαν στην περιοχή ευθύνης του Λιμεναρχείου Ιεράπετρας. Οι εννέα απ' αυτές κατάφεραν να φθάσουν μέχρι την ακτή. Οι υπόλοιπες εντοπίστηκαν είτε από το drone της Frontex είτε από τα τρία αεροσκάφη επιτήρησης του Λιμενικού, μερικές δεκάδες ναυτικά μίλια μακριά από τις ακτές. Εγίναν επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης στα ανοικτά, με τα πλωτά μέσα του Λιμενικού να μεταφέρουν τους μετανάστες κατά εκατοντάδες στην ακτή.
Ο Γιώργος Μαργετάκης, κυβερνήτης του περιπολικού σκάφους με κωδικό «624» και μετράει πάνω από 25 χρόνια στη θάλασσα, περιγράφει με έκπληξη τις προηγούμενες ημέρες: έπαιρνε σήμα για κίνηση βάρκας εντός ελληνικού FIR και μία με μιάμιση ώρα αργότερα, όταν έφθανε στο σημείο που είχε υποδείξει ο θάλαμος επιχειρήσεων, 20, 30 ή και 40 ναυτικά μίλια νοτίως της Ιεράπετρας, συνειδητοποιούσε ότι στο σημείο δεν υπήρχε μία αλλά τρεις ή και τέσσερις βάρκες με μετανάστες. «Χρειάστηκε να βάλουμε μέχρι και 180 άτομα πάνω στο σκάφος», δήλωσε. Το μόνο που είχαν μαζί τους οι μετανάστες ήταν χουρμάδες, μπισκότα και λίγο νερό για να αντέξουν το ταξίδι από το Τομπρούκ και την Ντέρνα έως τη Γαύδο και την Κρήτη, πάνω από 150 ναυτικά μίλια, απόσταση την οποία, υπό κανονικές συνθήκες, χρειάζονται δύο έως δυόμισι ημέρες για να διανύσουν με τις φουσκωτές βάρκες μήκους 6 έως 8 μέτρων και δύο εξωλέμβιες μηχανές 40 ίππων.
Από τα ξημερώματα της Τετάρτης οι ροές σταμάτησαν. Στο νότιο Αιγαίο και στο Λιβυκό Πέλαγος επικρατούσε κακοκαιρία, με το ύψος του κύματος στα ανοικτά να φτάνει τα 3 μέτρα. Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά εάν όλες οι βάρκες που είχαν αποπλεύσει από τις ακτές της Λιβύης κατάφεραν να φτάσουν στον προορισμό τους ή εάν κάποιες καθυστέρησαν, έπεσαν σε καιρό και χάθηκαν στα κύματα, όπως συνέβη τον Δεκέμβριο του 2025, όταν το πλήρωμα του «624», έπειτα από σήμα από παραπλέον εμπορικό πλοίο, εντόπισε νύχτα, σε απόσταση δεκάδων ναυτικών μιλίων από την ακτή, μια ημιβυθισμένη βάρκα με μετανάστες. Ο α' μηχανικός του «624» Μιχάλης Φιλιππάκης θυμάται: «Ήταν του Αγίου Νικολάου» όταν βρήκαν τους 17 μετανάστες νεκρούς στο γεμάτο με νερό φουσκωτό. «Δύο είχαν καταφέρει να επιβιώσουν και μας κουνούσαν τα χέρια για να τους δούμε», αφηγείται, δείχνοντάς μας σε βίντεο στο κινητό του τη σκηνή. «Οι υπόλοιποι ήταν νεκροί μέσα στη βάρκα. Έχασαν τον προσανατολισμό τους, το φουσκωτό χάλασε και έμειναν ακυβέρνητοι. Πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλο από το κρύο και την ασιτία».
Τις τελευταίες εβδομάδες το αρχηγείο του Λιμενικού έχει αποστείλει στη Βεγγάζη αξιωματικό-σύνδεσμο. Υπάρχει η εκτίμηση ότι η παρουσία του εκεί θα λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης στις λιβυκές αρχές για την ανάσχεση των ροών.
Για το Λιμενικό, πηγή προβληματισμού αποτελεί το γεγονός ότι οι 17 και πλέον βάρκες με τους περίπου 1.000 μετανάστες προσέγγισαν τις ακτές της Ανατολικής Κρήτης και όχι της Γαύδου και της κεντρικής Κρήτης (π.χ. Καλοί Λιμένες), όπως το προηγούμενο διάστημα. Ο επικεφαλής του Λιμενικού στην Κρήτη, αρχιπλοίαρχος Γιάννης Ορφανός, άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο οι μετανάστες, μετά τον απόπλου τους από τις ακτές της Λιβύης, να ακολουθούν αρχικά ανατολική πορεία, προκειμένου να βρεθούν γρήγορα στην περιοχή ευθύνης έρευνας και διάσωσης της Αιγύπτου και να αποφύγουν τον κίνδυνο να έρθουν αντιμέτωποι με τα περιπολικά σκάφη του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ. Μια άλλη εκδοχή θέλει τις βάρκες να έχουν καταλήξει ανατολικότερα απ' ό,τι συνήθως, εξαιτίας των δυτικών ανέμων που έπνεαν τις προηγούμενες μέρες στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Ιεράπετρα, όπως και συνολικά η Κρήτη, δεν διαθέτει υποδομή για την έστω και προσωρινή φιλοξενία των μεταναστών που φτάνουν στο νησί, με τον αριθμό τους από την αρχή του έτους να ξεπερνάει τους 19.000. Οι χίλιοι μετανάστες που έφτασαν στο νησί τις τελευταίες ημέρες οδηγήθηκαν σε ένα αμαξοστάσιο του Δήμου Ιεράπετρας. Νέοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά έμεναν μέσα σε νταλίκες ή έβρισκαν καταφύγιο από τη βροχή κάτω από απορριμματοφόρα, ανάμεσα σε σκουπίδια, κάδους και μπάζα.
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες λάμβανε χώρα μια υποτυπώδης διαδικασία ταυτοποίησης. «Εσύ οδηγούσες;», ρώτησε στα αγγλικά μια γυναίκα, στέλεχος του Λιμενικού, έναν Αφρικανό μετανάστη. Εκείνος έμοιαζε να μην καταλαβαίνει. Πρώτα έγνεψε θετικά και μετά έδειξε σαστισμένος προς τη γυναίκα του, που στεκόταν δίπλα του — σαν να μην είχε καν αντιληφθεί την ερώτηση. Αμέσως μετά η λιμενικός στράφηκε σε έναν άλλο μετανάστη που στεκόταν παραδίπλα, δείχνοντάς του τον ίδιο Αφρικανό. «Αυτός οδηγούσε;», τον ρώτησε. «Ναι», απάντησε εκείνος. Η προανάκριση είχε μόλις ολοκληρωθεί, χωρίς διερμηνεία, χωρίς χρονοτριβή. Ο διακινητής είχε μόλις βρεθεί, το ίδιο και ο μάρτυρας κατηγορίας. όσοι έφευγαν από τον χώρο του αμαξοστασίου οδηγούνταν σε ένα αυτοσχέδιο κέντρο καταγραφής που λειτουργεί σε χώρο τον οποίο έχει παραχωρήσει η Περιφέρεια Κρήτης, στην Αγιά Χανίων. Κάποιοι άλλοι στοιβάζονται στο λεγόμενο «ψυγείο», ένα κτίριο στο λιμάνι του Ηρακλείου χωρητικότητας 80-90 ατόμων, που σήμερα φιλοξενεί 400. Το υπουργείο Μετανάστευσης προωθεί τη δημιουργία δομής σε μια παλιά αποθήκη 10 χιλιόμετρα έξω από το Ηράκλειο, στον οικισμό των Αθανάτων. Όπως εξηγεί ο Παύλος Μπαριτάκης, πρόεδρος της τοπικής κοινότητας και της επιτροπής αγώνα κατά της δομής, «το κτίριο είναι ακατάλληλο, ενώ υπάρχουν ψηφίσματα των δήμων και της Περιφέρειας ενάντια στα σχέδια του υπουργείου Μετανάστευσης». Στις μεταξύ τους συζητήσεις οι ντόπιοι σχολιάζουν ότι το συγκεκριμένο ακίνητο μισθώθηκε αντί πολύ υψηλού τιμήματος από το υπουργείο Μετανάστευσης.
«Μπορεί να σε αρπάξουν, να σε χτυπήσουν και να σε κρατήσουν φυλακισμένο μέχρι να τους πληρώσεις. Αυτοί αποφάσισαν πότε θα μπούμε στις βάρκες», λένε για τη «μαφία» —όπως την αποκαλούν— της Λιβύης μετανάστες που έφθασαν στην Ιεράπετρα.
Οι περισσότεροι απ' όσους μιλήσαμε διένυσαν πεζή την έρημο πριν φτάσουν στη Λιβύη, όπου παρέμειναν τρεις, τέσσερις ή πέντε μήνες πριν επιχειρήσουν τον διάπλου της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Λίγο πολύ, είπαν ότι η περιοχή ελέγχεται από αυτό που ονόμασαν «μαφία». «Μπορεί να σε αρπάξουν από τον δρόμο, να σε χτυπήσουν και να σε κρατήσουν φυλακισμένο μέχρι να τους πληρώσεις. Αυτοί αποφάσισαν πότε θα μπούμε στις βάρκες για την Κρήτη».