Επενδύσεις 7,9% το 2027, με την ενέργεια στη γραμμή του μετρητού
Το επενδυτικό σκέλος του προσχεδίου βρίσκεται στο κέντρο της αξιολόγησης, καθώς προβλέπει αύξηση μεγαλύτερη από τις εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών. Για το ΕΔΣ, οι μακροοικονομικές προβλέψεις βρίσκονται εντός αποδεκτού εύρους. Παράλληλα, διαπιστώνεται συμμόρφωση με τους ειδικούς αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες, συνυπολογίζοντας την προβλεπόμενη ευελιξία για την άμυνα και την ενεργειακή ασφάλεια.
Για το 2026 προβλέπεται ανάπτυξη 1,9%, κοντά στο 2,0% που εκτιμά το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Το 2027 η πρόβλεψη του προσχεδίου για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,3% κρίνεται αποδεκτή, αν και η εκτίμηση του ίδιου του ΕΔΣ διαμορφώνεται στο 2,0%.
Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η προβλεπόμενη αύξηση των επενδύσεων κατά 7,9% το 2027, ποσοστό που υπερβαίνει τις εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών. Το Συμβούλιο θεωρεί κρίσιμη την ομαλή μετάβαση στα νέα εθνικά και ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, ιδίως μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ.
Στο μέτωπο των τιμών, ο πληθωρισμός προβλέπεται να υποχωρήσει από 3,6% το 2026 σε 2,4% το 2027. Ωστόσο, η άνοδος του ενεργειακού κόστουν δημιουργεί κίνδυνο να διατηρηθούν οι πληθωριστικές πιέσεις.
Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται στο 3,6% του ΑΕΠ για το 2026, με αναθεώρηση προς τα πάνω, και στο 3,3% για το 2027. Πλεονασματικό αναμένεται να παραμείνει και το συνολικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης και στα δύο έτη. Τα στοιχεία εκτέλεσης του επταμήνου, με πρωτογενές πλεόνασμα 8,9 δισ. ευρώ, ενισχύουν, σύμφωνα με το ΕΔΣ, την εκτίμηση ότι ο στόχος του 2026 είναι εφικτός.
Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί από 146,1% το 2025 σε 136,8% το 2026 και 128,8% το 2027. Παρά την αποκλιμάκωση, το ελληνικό χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τον λόγο αυτό, το Συμβούλιο υπογραμμίζει την ανάγκη για διαρκή δημοσιονομική επαγρύπνηση.
Η συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο στηρίζεται επίσης στην ευελιξία της εθνικής ρήτρας διαφυγής για την άμυνα και την ενεργειακή ασφάλεια. Μετά την αύξηση των καθαρών δαπανών κάτω από το επιτρεπόμενο όριο το 2025, η σωρευτική αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών για την περίοδο 2024–2027 εκτιμάται στο 14,9%, έναντι ορίου 13,7%.
Με βάση τα στοιχεία αυτά, το υπόλοιπο του λογαριασμού ελέγχου διαμορφώνεται στο 0,3% του ΑΕΠ το 2026 και στο 0,5% το 2027. Όταν συνυπολογιστεί η σχετική ευελιξία, το υπόλοιπο του ενισχυμένου λογαριασμού ελέγχου περιορίζεται σχεδόν στο μηδέν.
Η πρόβλεψη αυτή καλύπτει την αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά περίπου 0,4% του ΑΕΠ το 2026 και 0,3% το 2027, καθώς και ενεργειακά μέτρα κόστους 0,2% του ΑΕΠ το 2027. Σύμφωνα με το ΕΔΣ, ο εθνικός δημοσιονομικός κανόνας τηρείται πλήρως.
Το Συμβούλιο αναγνωρίζει τη δημοσιονομική αξιοπιστία, τη μείωση του χρέους και τη βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης ως σημαντικά πλεονεκτήματα για την ανάπτυξη και τη στήριξη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, ιδιαίτερα σε συνθήκες ανόδου των επιτοκίων.
Το διεθνές περιβάλλον, ωστόσο, παραμένει ιδιαίτερα αβέβαιο. Οι γεωπολιτικές εντάσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, η νέα άνοδος των τιμών ενέργειας τον Σεπτέμβριο και η αύξηση του κόστους δανεισμού δημιουργούν πιέσεις στην οικονομική δραστηριότητα, στην ακρίβεια και στα δημόσια οικονομικά.
Στο ενεργειακό μέτωπο, το ΕΔΣ θεωρεί κρίσιμη μια συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση. Προειδοποιεί ότι οι αποσπασματικές εθνικές παρεμβάσεις συνεπάγονται μεγαλύτερο δημοσιονομικό κόστος και κινδύνους στρέβλωσης της ενιαίας αγοράς.
Η προειδοποίηση αφορά και το εσωτερικό: ενδεχόμενη επιβράδυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ιδίως ενόψει της προεκλογικής περιόδου, θα μπορούσε να περιορίσει τα οφέλη για την παραγωγικότητα και να πλήξει την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.