Παναγία Μυρτιδιώτισσα: Η ιστορία πίσω από τη χρυσή ημισέληνο και τα θαύματα
Σήμερα, 24 Σεπτεμβρίου, η Ορθοδοξία γιορτάζει μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της Θεομήτορος, την Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα. Η ιστορία ξεκινά τον 13ο αιώνα μ.Χ. στα Κύθηρα, όταν ένας απλός βοσκός ανακάλυψε την ιερή εικόνα σε μια κοιλάδα γεμάτη από μυρτιές, που ονομάζονται "Μυρτίδια". Σύμφωνα με την ιερή παράδοση, στην εικόνα αρχικά "διεκρίνοντο καθαρά τα χαρακτηριστικά μέχρι στέρνων" της Θεομήτορος και του Χριστού, όμως "με την πάροδο του χρόνου όμως απέκτησε σταδιακά το σκούρο χρώμα".
Η ιστόρηση της εικόνας αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά, ενώ στη θέση της "εύρεσης" ο ευσεβής βοσκός δημιούργησε ένα μικρό εκκλησάκι, αφιερώνοντας τη ζωή του στη φροντίδα του. Μετά τον θάνατό του, ο Μοναχός Λεόντιος ανέλαβε το έργο, επεκτείνοντας τον ναό με τη βοήθεια των Κυθηρίων. Το 1841 μ.Χ., ο δραστήριος Ιερομόναχος Αγαθάγγελος Καλλίγερος ξεκίνησε την ανέγερση του μεγαλειώδους συγκροτήματος που βλέπουμε σήμερα, ένα έργο που ολοκληρώθηκε σε δεκαέξι χρόνια και περιλαμβάνει τον μεγαλοπρεπή ναό και το αριστουργηματικό καμπαναριό.
Η ιερή εικόνα φυλάσσεται μέσα σε μια ολόχρυση επένδυση, πραγματικό έργο τέχνης του Κρητικού καλλιτέχνη Νικόλαου Σπιθάκη από το 1827 μ.Χ. Στο κάτω μέρος της απεικονίζονται τρία συγκλονιστικά γεγονότα: η εύρεση από τον βοσκό, η θεραπεία του παραλύτου στις 24 Σεπτεμβρίου (αρχές 17ου αιώνα) και η σωτηρία του φρουρίου των Κυθήρων από τους κεραυνούς στις 22 Ιανουαρίου 1829.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία είναι το "Πολυτιμότατον αδαμαντοκόλλητον εν σχήματι ημισελήνου χρυσούν κόσμημα" που κοσμεί το στέμμα της Παναγίας. Η ιστορία του, όπως τη διέσωσε ο υμνογράφος Σοφοκλής Καλούτσης, μας μεταφέρει στην εποχή που ένας εύπορος Μουσουλμάνος από την Κρήτη βρέθηκε στα Κύθηρα κατά τη διάρκεια μιας τρομερής ανομβρίας. Ο ίδιος χλεύασε τη λιτανεία των πιστών, δηλώνοντας πως αν έβρεχε παρά τον καταγάλανο ουρανό, θα αφιέρωνε το κόσμημά του στην εικόνα.
Η πίστη των Κυθηρίων εισακούστηκε και η βροχή έπεσε καταρρακτώδης μόλις η πομπή επέστρεψε στον ναό. Τηρώντας την υπόσχεσή του, ο αλλόθρησκος αφιέρωσε το χρυσό στην Παναγία. Η ημισέληνος προσαρμόστηκε πιθανότατα το 1837 από τον Σπιθάκη "Εις αιωνίαν ανάμνησιν του τελεσθέντος θαύματος της λύσεως της ανομβρίας", θυμίζοντας σε όλους τη δύναμη της πίστης που υπερβαίνει κάθε δόγμα.