«Μεγάλη Χίμαιρα»: Σκοτεινό πάθος και συγκλονιστικές ανατροπές στην ΕΡΤ
Στο μέσο της προβολής της, η τηλεοπτική σειρά «Μεγάλη Χίμαιρα» εισέρχεται σε μια σκοτεινή και δραματικά φορτισμένη φάση. Το πάθος κυριαρχεί, αφήνοντας πίσω τη λογική, ενώ οι οικογενειακές συγκρούσεις και η πλοκή ανατρέπουν σταδιακά όσα πιστεύαμε ότι γνωρίζουμε για τους χαρακτήρες.
Η ατμοσφαιρική σειρά, που μεταφέρει το ομώνυμο βιβλίο του Μ. Καραγάτση στη μικρή οθόνη, μας βυθίζει όλο και περισσότερο στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, όπου κάθε επιλογή είναι κρίσιμη. "Ηθελα να μπω βαθιά στο σκοτεινό και παθιασμένο σύμπαν αυτού του έργου και να το κάνω να ζωντανέψει στην οθόνη", δηλώνει ο Βαρδής Μαρινάκης. Ο σκηνοθέτης, μιλώντας τηλεφωνικά, μοιράζεται λεπτομέρειες από τα γυρίσματα και αναφέρεται στην πρόκληση ενός μεγάλου εγχειρήματος που είχε ως στόχο "να αποδώσουμε κινηματογραφικά την αίσθηση του βιβλίου, χωρίς να γίνουμε αντιγραφείς".
Το ενδιαφέρον του κοινού ήταν άμεσο, με σχόλια για τις ερμηνείες, τις ερωτικές σκηνές και τις τεχνικές επιλογές της σειράς – αντιδράσεις που ο δημιουργός θεωρεί ενδιαφέρουσες. Η σειρά έχει σημαντική ανταπόκριση στο Ertflix, ενώ διατηρεί μια σταθερή πορεία στην ΕΡΤ1.
Στην ερώτηση τι τον έκανε να αναμετρηθεί με τη «Μεγάλη Χίμαιρα» και πώς προσέγγισε σκηνοθετικά τον Καραγάτση, ο Βαρδής Μαρινάκης απαντά: «Κατ’ αρχάς, είχα την ευτυχία να με καλέσουν σε αυτό το πρότζεκτ. Δεν είναι ένα σχέδιο που έφερα εγώ στην εταιρεία παραγωγής. Πρόκειται για ένα πρότζεκτ που προσπαθεί να υλοποιηθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια, χωρίς επιτυχία με διαφορετικά σχήματα. Η «Μεγάλη Χίμαιρα» επιχειρείται να γίνει τουλάχιστον εδώ και είκοσι χρόνια. Ακόμη και στην παρούσα εταιρεία παραγωγής είχε γίνει παλαιότερα μια απόπειρα, αλλά δεν προχώρησε. Είναι ένα πολύ ακριβό πρότζεκτ και γι’ αυτό κανείς δεν το αναλάμβανε εύκολα. Χρειάζεται τρέλα και πείσμα, και ο (σ.σ.: παραγωγός) Στέλιος Κοτιώνης τα είχε. Πήρε το ρίσκο πάνω του, έβαλε το χέρι του στη φωτιά ως παραγωγός για να στηρίξει την προσπάθεια και να γίνει τελικά η ταινία».
Οταν τον κάλεσαν, χάρηκε πάρα πολύ. Αν και αγαπούσε τον Καραγάτση, ειδικά «Το χαμένο νησί», δεν είχε διαβάσει τη «Μεγάλη Χίμαιρα». Διάβασε, λοιπόν, το βιβλίο και μπήκε πολύ βαθιά στο σκοτεινό του σύμπαν. «Μόλις το τελείωσα, υποσχέθηκα στον εαυτό μου αυτήν την αίσθηση που ένιωσα διαβάζοντάς το στα 53 μου, να τη μεταδώσω και στον θεατή».
Ο σκηνοθέτης εξηγεί ότι το βιβλίο λειτουργεί σε δύο επίπεδα παράλληλα: «Από τη μία, είναι ένα κλασικό μελόδραμα, με όλα τα στοιχεία του είδους – δεν φρενάρει πουθενά. Από την άλλη, όμως, είναι αυτή η βαθιά κατάδυση στην ψυχή της Μαρίνας: στα διλήμματά της, στην τρέλα της, στη σύγκρουσή της με το ένστικτό της, με την κοινωνία, με τον γάμο. Πολλοί νομίζουν ότι θυμούνται τι είναι το βιβλίο, αλλά στην πραγματικότητα είναι κάτι άλλο. Ταυτόχρονα αυτό ακριβώς το κάνει τόσο δυνατό».
Σχετικά με την προσέγγιση της σειράς, ο Βαρδής Μαρινάκης τονίζει: «Οταν λοιπόν σκεφτόμασταν τη σειρά και τη μεγάλη ταινία, ήταν σαφές ότι δεν μπορούσαμε να μεταφέρουμε αυτούσιο αυτό το εσωτερικό υλικό. Ακόμη και το λίγο σπικάζ που χρησιμοποιείται δίνει απλώς μια αίσθηση, σαν ένα μουσικό κομμάτι που μπαίνει κάποια στιγμή. Το μεγάλο στοίχημα ήταν πώς θα μεταφερθεί κινηματογραφικά αυτή η αίσθηση. Αυτός ήταν ο στόχος. Και πιστεύω πραγματικά ότι το καταφέραμε. Είμαι περήφανος για το αποτέλεσμα, γιατί θεωρώ πως παραδίδουμε κάτι που μπορούμε να κοιτάξουμε στα μάτια τόσο τον ίδιο τον Καραγάτση όσο και έναν σύγχρονο αναγνώστη που έχει φανταστεί το βιβλίο με τον δικό του τρόπο».
Και προσθέτει: «Ποτέ δεν θελήσαμε να κάνουμε εικονογράφηση του βιβλίου ή πιστή αναπαράσταση. Αυτό που με απασχόλησε σε όλο το πρότζεκτ ήταν αυτό που αποκαλώ –ίσως κάπως αδέξια– "κινηματογραφική λογοτεχνικότητα": πώς αποδίδεις την αίσθηση ενός βιβλίου κινηματογραφικά, χωρίς να γίνεσαι αντιγραφέας, και άρα βαρετός, αλλά και χωρίς να τα συμπυκνώνεις όλα τόσο ώστε να χάνεται το άπλωμα και η ανάσα που σου δίνει η λογοτεχνία».
Αναφερόμενος στην ηρωίδα Μαρίνα, ο σκηνοθέτης την περιγράφει ως «μια γυναίκα που συγκρούεται –και μάλιστα κυρίως ασυνείδητα– με τα όριά της. Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όχι μόνο στη Μαρίνα αλλά και στον Μηνά και γενικότερα στους ήρωες του έργου. Ξέρουν τι «πρέπει» να κάνουν, αλλά τους οδηγεί το ασυνείδητο, το σεξουαλικό ένστικτο, η επιθυμία για δύναμη και επικράτηση».
Σχετικά με τις συζητήσεις που έχει προκαλέσει η σειρά, ο Βαρδής Μαρινάκης σχολιάζει: «Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η συζήτηση. Οταν κάτι συζητιέται, σημαίνει ότι έχει λόγο ύπαρξης. Ολα αυτά τα στοιχεία –οι ερμηνείες, η αφήγηση, το φως, ο ρυθμός– ήταν εργαλεία με τα οποία «πολιορκήσαμε» το έργο για να αποκτήσει τη σκοτεινή και ιδιαίτερη αίσθηση του βιβλίου».
Επισημαίνει επίσης ότι η «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι μια αυτοτελής σειρά έξι επεισοδίων, όπου τα δύο πρώτα λειτουργούν ως εισαγωγή στην ψυχή της Μαρίνας. «Ζητήσαμε μια γενναιοδωρία από το κοινό», λέει, αναγνωρίζοντας ότι πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν επαφή με τέτοιου είδους αφήγηση ήρθαν σε επαφή με τη σειρά, κάτι που θεωρεί πολύ θετικό.
Τονίζει ότι «ένα έργο έχει επιλογές. Μπορεί να είναι σωστές ή λάθος, αλλά δεν είναι παραγγελία. Δεν μπορείς να ικανοποιήσεις τους πάντες – και δεν χρειάζεται».
Σχετικά με την αναπαράσταση της εποχής, ο Βαρδής Μαρινάκης εξηγεί ότι η «Μεγάλη Χίμαιρα» εκτυλίσσεται στη δεκαετία του ’30, χωρίς να πατά σε συγκεκριμένες ιστορικές ή πολιτικές αναφορές. «Αυτό σήμαινε ότι δεν είχαμε κάπου να «πιαστούμε» ιστορικά. Κάναμε όμως εκτενή έρευνα για τη Σύρο της εποχής: τις λέσχες της, τον δυτικό τρόπο ζωής, το ιδιαίτερο κοινωνικό της μείγμα».
Καταλήγοντας, ο Βαρδής Μαρινάκης εκφράζει την ελπίδα ότι «στο τέλος, ο θεατής να συγκινηθεί. Να αναρωτηθεί, να ταξιδέψει. Πέρα από εικόνες, κοστούμια και αισθητικές επιλογές, ο στόχος ήταν το ρίγος, η συγκίνηση, το ταξίδι» και να βιώσει τα ίδια συναισθήματα που βίωσαν κι αυτοί δημιουργώντας το έργο.