Ο άνθρωπος που οραματίστηκε τη νύχτα και όρισε τη διασκέδαση για τέσσερις δεκαετίες: Ο «θρύλος» Λάκης Ραπτάκης δεν μένει πια εδώ

Λάκης Ραπτάκης: Το Απίστευτο Ταξίδι του Θρύλου της Ελληνικής Νύχτας

Ψυγαγωγία
Δημοσιεύθηκε  · 5 λεπτά ανάγνωση

Η φράση του αντηχεί ακόμα: «Δεν υπήρξα ποτέ ούτε μπάρμαν, ούτε πορτιέρης, ούτε DJ, ούτε σερβιτόρος. Έγινα απευθείας επιχειρηματίας». Με αυτά τα λόγια, πριν από χρόνια, ο Λάκης Ραπτάκης περιέγραφε με περηφάνια την αδιανόητη πορεία του. Πράγματι, σε μια εποχή που η εμπειρία στην ελληνική νύχτα φάνταζε απαραίτητη, εκείνος την οραματίστηκε από την αρχή και τη μετέτρεψε σε μια ζωντανή, λαμπερή πραγματικότητα.

Για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, αυτός ο δαιμόνιος, αντισυμβατικός επιχειρηματίας χάραξε ανεξίτηλα το όνομά του στη νυχτερινή διασκέδαση της Ελλάδας. Τα μαγαζιά του δεν ήταν απλά χώροι· μεταμορφώθηκαν σε θρυλικά στέκια, σε «place to be» για τους διάσημους και τους κοσμικούς, σε πραγματικούς ναούς ψυχαγωγίας.

Ο ίδιος; Ένας ζωντανός θρύλος της νύχτας, ένας «Μίδας» της διασκέδασης, όπου οτιδήποτε άγγιζε μετατρεπόταν σε χρυσάφι επιτυχίας. Από το εμβληματικό Tiffany’s και τη Disco 51 στη Θεσσαλονίκη, μέχρι την αριστοκρατική Αίγλη, το ατμοσφαιρικό Loft και το εμβληματικό Φιξ της Αθήνας.

Όσοι τον γνώρισαν στα μαθητικά του χρόνια, στο 2ο Γυμνάσιο της Ικτίνου στη Θεσσαλονίκη, περιγράφουν μια προσωπικότητα γεμάτη χιούμορ, έναν δημοφιλή αρχηγό της παρέας. Μετά το σχολείο, αναζήτησε την τύχη του στην αρχιτεκτονική στο Λονδίνο, μια εμπειρία που σύντομα απέρριψε με τα λόγια: «δεν ήταν για μένα, ιδιαίτερα αν είσαι λίγο ζωηρός όπως εγώ».

Έχοντας έρθει σε ρήξη με τον πατέρα του και κάνοντας «κατά λάθος» τη θητεία του στον στρατό, αποφάσισε να επενδύσει σε αυτό που αγαπούσε: τις εξόδους με τους φίλους του. «Το να δοκιμάσεις ως επιχειρηματίας στη νύχτα δεν ήταν και κάτι πολύ σπουδαίο. Ήταν παρεΐστικο, έβγαινα πολύ και ήξερα τι γίνεται» εκμυστηρεύτηκε, περιγράφοντας την αρχή μιας αυτοκρατορίας.

Η εκκίνηση δόθηκε το 1978 με το ιστορικό Tiffany’s. Εμπνευσμένος από τη ζωντανή σκηνή των κλαμπ του Λονδίνου, ο Ραπτάκης οραματίστηκε και πέτυχε να μεταφέρει το πνεύμα και την ατμόσφαιρα της εποχής στην καρδιά της Θεσσαλονίκης.

«Σε μια επίσκεψή μου στο Λονδίνο, είδα τις discotheque και μου γεννήθηκε η ιδέα να κάνω κάτι τέτοιο. Ήμουν ο πρώτος που έκανε disco στη Θεσσαλονίκη. Παλιότερα παίζανε τα συγκροτήματα στα μαγαζιά, κι εμείς χορεύαμε. Όταν σταμάτησαν τα συγκροτήματα, άρχισαν να παίζουν οι δίσκοι και να έρχονται τα κλαμπ» είχε δηλώσει ο ίδιος, εξηγώντας την επαναστατική του κίνηση.

Η disco εξελίχθηκε σύντομα σε ένα πρωτοποριακό μπαρ-εστιατόριο, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας εντυπωσιακής επέκτασης. Η Disco 51 και το Prive ακολούθησαν, και ό,τι άγγιζε γινόταν αυτόματα επιτυχία. Ουρές κόσμου σχηματίζονταν έξω από τα μαγαζιά του, ενώ οι διάσημοι της εποχής έσπευδαν να φωτογραφηθούν στις λαμπερές μπάρες και να χορέψουν στις ατέλειωτες πίστες του.

Και η επιτυχία του, κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Ο Λάκης Ραπτάκης μελετούσε μεθοδικά τα βήματα των κορυφαίων club-restaurants και των επιχειρηματιών του εξωτερικού. Όλα αυτά, σε μια εποχή χωρίς διαδίκτυο και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, απαιτούσαν μόνο ένα: ατελείωτη σκληρή δουλειά και αφοσίωση.

«Έπρεπε να διαβάσουμε και να μάθουμε. Μάθαινες για ένα μαγαζί στη Μαδρίτη ή την Βαρκελώνη. Έπρεπε να πάρεις το αεροπλάνο, να πας εκεί, να δεις τι μουσικές παίζουν, πώς είναι, τι καινούργια υλικά έχουν βγει», είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή του. Και πρόσθεσε: «Και μετά να έρθεις και να τα προσαρμόσεις στην ελληνική αγορά. Γινόσουν πιο δημιουργός».

Το 1988, νιώθοντας ότι τα όρια της Θεσσαλονίκης ήταν πλέον στενά, τόλμησε τη μεγάλη, πειραματική κίνηση προς την Αθήνα. Πριν φτάσει στην πρωτεύουσα, έκανε μια σύντομη, επιτυχημένη στάση στην κοσμοπολίτικη Ρόδο.

Το όνομα της φιλόδοξης αυτής προσπάθειας; Αίγλη. Ένα μυθικό στέκι στο κέντρο της Αθήνας, που σύντομα έγινε το επίκεντρο της κοσμικής ζωής. Από τις αίθουσές της παρήλασαν όλα τα «βαριά» ονόματα της ελληνικής showbiz και τέχνης, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Δημήτρης Χορν, η Ειρήνη Παπά, ο Μάνος Χατζιδάκις και η Κάτια Δανδουλάκη, αλλά και διεθνείς προσωπικότητες όπως ο Τζιανφράνκο Φερέ και η Μονσεράτ Καμπαγιέ.

«Όταν είδα την Αίγλη, διαπίστωσα αμέσως ότι ήταν ένας εκπληκτικός χώρος, αλλά ο τότε ιδιοκτήτης είχε σχεδόν πτωχεύσει και είχε φύγει για τη Γερμανία. Οι σερβιτόροι ήταν κάτι γεροντάκια που δούλευαν εκεί για δεκαετίες», είχε εξομολογηθεί ο Λάκης Ραπτάκης. Με το αξεπέραστο όραμά του, κατάφερε να μεταμορφώσει αυτόν τον χώρο, καθιστώντας τον το πιο αριστοκρατικό κλαμπ της Αθήνας.

Οι βραδιές στην Αίγλη δεν ήταν απλές εκδηλώσεις· ήταν στιγμές που γέννησαν ιστορίες, οι οποίες σύντομα μετατράπηκαν σε θρυλικούς αστικούς μύθους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η θρυλική βραδιά με αφορμή τη νέα τότε ταινία του Τζέιμς Μποντ, όπου οι φήμες λένε πως ο κόσμος, σχηματίζοντας ατελείωτες ουρές, έφτανε στο σημείο να προσφέρει πεντοχίλιαρα στην πόρτα, προκειμένου να εξασφαλίσει μια θέση στο ασφυκτικά γεμάτο κλαμπ.

Από την Αθήνα έως τη Θεσσαλονίκη, η ελληνική νύχτα έφερε ανεξίτηλα την υπογραφή του Λάκη Ραπτάκη, του ανθρώπου που υπήρξε ο ορισμός της ίδιας της νυχτερινής διασκέδασης.

Κι όταν τα σύνορα της Ελλάδας φάνηκαν να τον περιορίζουν, έκανε την τολμηρή κίνηση πέρα από τον Ατλαντικό. Επόμενος σταθμός, η Νέα Υόρκη, η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ.

«Όταν έβαλα το πόδι μου στην Ν. Υόρκη, έπρεπε να τα παρατήσω όλα εδώ. Είναι πολύ μακριά. Στον τομέα της διασκέδασης είναι λίγο δύσκολο να είσαι κι εδώ κι εκεί», είχε δηλώσει ο ίδιος, περιγράφοντας την αρχή ενός κεφαλαίου που θα σηματοδοτούσε την έναρξη του… τέλους.

Το στοίχημα στο Μεγάλο Μήλο χάθηκε, παρασύροντας μαζί του μεγάλο μέρος της περιουσίας του. «Έφτασα κοντά να πετύχω, αλλά δεν τα κατάφερα», παραδέχτηκε, χωρίς ωστόσο να μετανιώνει – τουλάχιστον όχι ολοκληρωτικά.

Άλλωστε, η φιλοσοφία του ήταν ξεκάθαρη: «είμαι μαγαζοπαίκτης. Μου αρέσει η ιδέα του καινούργιου χώρου. Δεν μου αρέσει η ρουτίνα. Αν μπεις στη ρουτίνα, δεν έχει ενδιαφέρον. Αν μου πεις τώρα για ένα μαγαζί και πιστέψω πως μπορεί να πάμε καλά, μπορώ να βάλω όλα μου τα λεφτά εκεί».

Ωστόσο, ούτε αυτή η αποτυχία ήταν ικανή να του αφαιρέσει τον τίτλο του θρύλου της νύχτας. «Συγκινείσαι όταν στο λένε άνθρωποι που πέρασαν καλά στα μαγαζιά μου. Μου δίνει μια χαρά. Λέω πως κάτι έκανα κι εγώ, άφησα ένα έργο. Δεν πήγα κατά διόλου», δήλωσε συγκινημένος το 2017 στο bizznews.gr, στην Άννα Τσιάλτα, σε μια εποχή που τα φώτα της δικής του νύχτας είχαν πια σβήσει και η διασκέδαση είχε αλλάξει πρόσωπο.

Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Ο Λάκης Ραπτάκης δεν ήταν απλώς ένας επιχειρηματίας· ήταν και θα παραμείνει για πάντα ένας αναλλοίωτος θρύλος της νυχτερινής ζωής της Ελλάδας.