Πίσω από τα κλειστά παντζούρια: Η πιο θορυβώδης μοναξιά της Αθήνας

Η αθόρυβη πολιορκία: Πώς η Αθήνα και η Ευρώπη «ξεχνούν» τους ηλικιωμένους

Αθήνα
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Στην Αθήνα της πυκνής δόμησης, η μοναξιά δεν κατοικεί στην απόσταση, αλλά στην υπερβολική εγγύτητα. Είναι μια συνθήκη που αναπνέει ελάχιστα μέτρα μακριά από τον διπλανό, χωρισμένη από τοίχους που μεταφέρουν τους ήχους της ζωής των άλλων, αλλά παραμένουν ερμητικά βουβοί. Στον Βύρωνα και το Παγκράτι, εκεί όπου η παλιά κοινότητα δίνει τη θέση της στην ανωνυμία των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η καθημερινότητα των ηλικιωμένων γυναικών μετατρέπεται σε μια αθόρυβη πολιορκία. Ενώ οι δρόμοι γεμίζουν βαλίτσες και στυλιζαρισμένα καφέ, η κυρία Λαμπρινή και η κυρία Αθηνά βιώνουν την πόλη μέσα από αντικείμενα και το φως που τρυπώνει από τις γρίλιες.

Στο σπίτι της κυρίας Λαμπρινή, το ραδιόφωνο είναι ο μοναδικός σύνδεσμος με τον έξω κόσμο. «Είναι από τα παλιά, με τα κουμπιά, αλλά είναι η καθημερινή μου συντροφιά. Το έχω ανοιχτό από το πρωί μέχρι το βράδυ στο Τρίτο Πρόγραμμα. Δεν είναι μόνο η μουσική, είναι οι φωνές των εκφωνητών. Νιώθω ότι κάπου εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν καλά ελληνικά, που σκέφτονται, που μοιράζονται κάτι μαζί μου. Όταν το κλείνω για να κοιμηθώ, το σπίτι μού φαίνεται ξαφνικά τεράστιο και άδειο» εξομολογείται. Για την κυρία Αθηνά στο Παγκράτι, το δικό της παράθυρο είναι το μικρό ματάκι της εξώπορτας. «Αυτό είναι το δικό μου παράθυρο στον κόσμο. Ακούω βήματα στο κεφαλόσκαλο, ακούω το ασανσέρ να ανεβοκατεβαίνει συνέχεια –το Παγκράτι δεν κοιμάται ποτέ πια– και πηγαίνω στην πόρτα. Κοιτάζω από την τρύπα. Βλέπω πλάτες, βαλίτσες, νέους ανθρώπους που μιλούν σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω. Είναι η μόνη μου σύνδεση με την πραγματικότητα: η πόλη αλλάζει κι εγώ την κοιτάζω κρυφά από μια τρύπα».

Ο ζωτικός τους χώρος έχει πλέον συρρικνωθεί. «Το σπίτι έχει "μαζευτεί" σε πέντε τετραγωνικά. Η τραπεζαρία είναι πια ένα μουσείο με σεμέν και παλιές φωτογραφίες. Έχω να ανοίξω το φύλλο της από όταν πέθανε ο άντρας μου. Ζω στην κουζίνα. Εκεί τρώω, εκεί διαβάζω, εκεί έχω το κρεβάτι της ημέρας. Τα άλλα δωμάτια είναι πια αποθήκες για αναμνήσεις με σκόνη» λέει η κυρία Λαμπρινή, ενώ το ψυγείο της παράγει έναν ήχο που την καθησυχάζει πως το σπίτι είναι ακόμα ζωντανό. Η κυρία Αθηνά συμπληρώνει πως τα δωμάτια δεν είναι πια χώροι διαβίωσης, αλλά σταθμοί αναμονής μέχρι να περάσει η ώρα. Στο Παγκράτι, ο ήχος των Airbnb είναι πλέον ο κυρίαρχος. «Τα ροδάκια από τις βαλίτσες στο πλακόστρωτο. Γκρρρ-γκρρρ-γκρρρ. Είναι ο ήχος του Airbnb. Κάθε βράδυ κάποιος έρχεται, κάποιος φεύγει. Ακούω τις φωνές τους στο διπλανό διαμέρισμα, τους τοίχους που τρίζουν από τη μουσική τους. Είναι τρομερό να ζεις σε μια πολυκατοικία γεμάτη κόσμο και να ακούς μόνο ξένους. Είναι η πιο θορυβώδης μοναξιά που μπορείς να φανταστείς».

Αυτή η αυξημένη μοναξιά δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, αλλά μια ευρωπαϊκή πραγματικότητα που βαθαίνει. Στην Ισπανία, περισσότεροι από 17.000 άνθρωποι έχουν ξεπεράσει τα 100 έτη, αλλά σχεδόν 14.000 από αυτούς είναι γυναίκες που ζουν ολομόναχες. Στην Αυστρία, 1,6 εκατομμύριο άνθρωποι ζουν μόνοι, με το κράτος συχνά να αναλαμβάνει τη διαχείριση των μοναχικών θανάτων. Στην Ουγγαρία, η αύξηση των ανθρώπων που πεθαίνουν χωρίς κανείς να τους αναζητήσει οδήγησε στη δημιουργία εταιρειών «ακραίου καθαρισμού». Η Γαλλία προσπαθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μέσω οργανώσεων όπως οι «Petits Frères des Pauvres», εστιάζοντας στην ανθρώπινη επαφή για την πρόληψη του «συνδρόμου του Διογένη».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει πλέον τη μοναξιά ως κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας. Η «Πράσινη Βίβλος για τη Γήρανση» προειδοποιεί ότι η απομόνωση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ασθενειών, αυξάνοντας το κόστος περίθαλψης. Οι λύσεις που προτείνονται περιλαμβάνουν τον σχεδιασμό «φιλικών προς την ηλικία» πόλεων με περισσότερα παγκάκια και προσβάσιμα πεζοδρόμια, καθώς και καινοτόμα μοντέλα όπως το Co-housing. Ωστόσο, η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών παραμένει ένα «ψηφιακό τείχος» για τους ηλικιωμένους. Όπως λέει θυμωμένα η κυρία Λαμπρινή: «Τα πεζοδρόμια είναι παγίδες. Παγκάκια δεν έχει να ακουμπήσεις για λίγο». Η πόλη, στην προσπάθειά της να εκσυγχρονιστεί, μοιάζει συχνά να τους απωθεί, μετατρέποντας την καθημερινότητα σε μια διαρκή δοκιμασία επιβίωσης.