Η άγνωστη Αθήνα του ’50 από την πένα του Γιάννη Μαρή

Γιάννης Μαρής: Το «Έγκλημα στα παρασκήνια» ζωντανεύει την Αθήνα του '50

Αθήνα
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Ο δημοσιογράφος Μακρής, ένας από τους χαρακτηριστικούς ήρωες του Γιάννη Μαρή, περιπλανιέται στην Αθήνα, «Αυτή η ήρεμη νυχτερινή Αθήνα ήταν η Αθήνα του». Αυτή η φράση αποτυπώνει την ατμόσφαιρα του «Εγκλήματος στα παρασκήνια», της νέας προσθήκης στην «Βιβλιοθήκη Μαρή» από τις εκδόσεις Άγρα.

Το «Εγκλημα στα παρασκήνια» διαδραματίζεται στην Αθήνα της δεκαετίας του ’50, αλλά και στη Λάρισα και τη Θεσσαλονίκη, με μια πυκνή αστική νουάρ ατμόσφαιρα. Ο αστυνόμος Μπέκας, ένας ακόμη κλασικός ήρωας του Μαρή, έχει και εδώ ρόλο, αν και δευτερεύοντα. Όπως σημειώνει ο Ανδρέας Αποστολίδης στον πρόλογό του, ο Γιάννης Μαρής γοητεύεται από τη σύμπλευση της συμβατικής και της παραβατικής κοινωνίας. Μέσα από τον φόνο της ηθοποιού Ρόζας Βαργή στο θέατρο, το βιβλίο προσφέρει ζωντανές περιγραφές της αστικής και λαϊκής Αθήνας, με την ανάμνηση της Κατοχής να είναι ακόμα νωπή.

Το μυθιστόρημα είχε δημοσιευθεί σε 68 συνέχειες στην εφημερίδα «Απογευματινή» από τον Νοέμβριο του 1954, χαρακτηριζόμενο ως ένα έργο «γεμάτο αγωνία, δράση και αίσθημα». Το 1960 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ντίνο Κατσουρίδη, με ένα λαμπρό καστ ηθοποιών: Αλέκος Αλεξανδράκης, Τίτος Βανδής, Έφη Μελά, Μάρω Κοντού, Αλίκη Γεωργούλη, Ζωρζ Σαρή, Λαυρέντης Διανέλλος. Το σενάριο είχε αναλάβει ο ίδιος ο Γιάννης Μαρής. Η ταινία προβλήθηκε σε κινηματογράφους όπως ο Ορφέας, ο Ράδιο Σίτυ, το Άστορ, η Έλλη, το Άττικα και το Άστρον.

Ο Γιάννης Μαρής εντάσσει με μαεστρία την αστική ατμόσφαιρα στην αφήγησή του, δημιουργώντας μια αθηναϊκή εκδοχή του pulp fiction, με μια τραχιά ποιητικότητα. Επηρεασμένος από συγγραφείς όπως οι Ρέιμοντ Τσάντλερ, Πίτερ Τσένεϊ, Ρεξ Στάουτ και Τζέιμς Χάντλεϊ Τσέιζ, ο Μαρής δημιούργησε το δικό του ξεχωριστό στυλ.

Το «Εγκλημα στα παρασκήνια» ξεκινά από την οδό Πανεπιστημίου, όπου βρίσκονται τα γραφεία της εφημερίδας «Πρωινή», και επεκτείνεται σε όλο το αθηναϊκό κέντρο, την πλατεία Αγαμων (Αμερικής) και τα Σεπόλια. Ο Μακρής, ο ήρωας του βιβλίου που στην ταινία υποδύθηκε ο Αλέκος Αλεξανδράκης, περπατά προς την Ομόνοια. Στην οδό Αιόλου, αντικρίζει την φωτισμένη Ακρόπολη. «Εμοιαζε μ’ ένα λαμπερό κόσμημα, κρεμασμένο στον ουρανό. Η κίνηση είχε αραιώσει. Ηταν μια από τις ώρες που η Αθήνα του άρεσε πιο πολύ».

Η αγάπη του Γιάννη Μαρή για την Αθήνα αποτυπώνεται στις περιγραφές μεγαλοαστικών διαμερισμάτων (όπως του βιομήχανου Καρύδη στην Πατριάρχου Ιωακείμ), κακόφημων καμπαρέ (όπως του Ροζ-Ρουζ, με μπάρμαν που συνεργαζόταν με τους Γερμανούς στην Κατοχή), αστικών κήπων (όπως της οδού Θήρας, όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα πότιζε τα λουλούδια) και λαϊκών γειτονιών (με μικρά χαμηλά σπιτάκια και στέγες από κεραμίδια).

Στους δρόμους, οι εφημεριδοπώλες διαλαλούν «Το μυστηριώδες έγκλημα του Κρατικού Θεάτρου». Πίσω από την πλατεία Βάθης, στην ταβέρνα του Μπάμπη, οι ηθοποιοί τρώνε μετά την παράσταση, μαζί με θαμώνες που αγαπούν το μποέμικο περιβάλλον. Στη νυχτερινή Πανεπιστημίου, λάμπει ο φωτεινός τίτλος της «Πρωινής». Στη γειτονιά, ένα παράθυρο αχνοφέγγει με «παλιά εξώφυλλα», αφήνοντας λίγο φως να «ξέφευγε στον δρόμο».