Eurostat: Μαύρη πρωτιά για τη φτώχεια στην Ελλάδα – Ξεπεράσαμε τη Ρουμανία, κοντοζυγώνουμε τη Βουλγαρία

Αποκαλύπτεται η φτωχοποίηση: Ελλάδα δεύτερη στην ΕΕ με 2,8 εκατ. κινδυνεύοντες

Ελλάδα
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Πάνω από ένας στους τέσσερις Έλληνες πολίτες ήρθε το 2025 αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς η χώρα βρέθηκε στη δεύτερη χειρότερη θέση στη σχετική λίστα της Eurostat, ξεπερνώντας τη Ρουμανία. Ειδικότερα, κατέγραψε ποσοστό 27,5% —ήτοι σχεδόν 2,8 εκατ. άνθρωποι— έναντι 29% της Βουλγαρίας, που κατέχει τη θλιβερή πρωτιά, και του ευρωπαϊκού μέσου όρου 20,9%, που σημαίνει ότι 92,7 εκατ. άνθρωποι στη Γηραιά Ηπειρο διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Το ποσοστό υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ σε όλες τις περιφέρειες. Ολες έχουν υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος στέγασης, από 18,5% στην Κρήτη έως 33,9% στην περιφέρεια της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης —το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ— και καταλαμβάνουν τις χειρότερες θέσεις σε ό,τι αφορά τις καθυστερήσεις πληρωμών, με ποσοστά υπερδιπλάσια του μέσου όρου. Στην Πελοπόννησο κινδυνεύουν από φτώχεια ή αποκλεισμό σχεδόν τέσσερις στους δέκα κατοίκους. Ήταν η μόνη περιφέρεια της ΕΕ στην οποία τουλάχιστον το 1/3 του πληθυσμού έμενε σε κατοικία όπου το κόστος στέγασης υπερέβαινε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.

Μαύρες πρωτιές στους περιφερειακούς δείκτες της Ενωσης σημειώνουν επίσης η Δυτική Ελλάδα και τα Ιόνια Νησιά, στα οποία διαπιστώθηκε το υψηλότερο ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης στην Ελλάδα (23,3%). Το 66,3% στο νησιωτικό σύμπλεγμα και το 50,7% στην ηπειρωτική περιοχή αργούν να εξοφλήσουν στεγαστικά δάνεια, ενοίκια, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας ή δόσεις απλών αγορών, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις ζουν σε νοικοκυριά που αδυνατούν να θερμάνουν επαρκώς το σπίτι τους.

Η ένταση της φτωχοποίησης αποτυπώνεται και σε έκθεση της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης, που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Το 87,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα, έναντι 42,5% στην ΕΕ, ενώ το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα παραμένει σε πραγματικούς όρους κατά 22,3% χαμηλότερο από το 2010, όταν στην Ένωση έχει αυξηθεί κατά 25,4%.

Πρόσφατη έρευνα της οργάνωσης Co2gether με έμφαση σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας καταδεικνύει τη ζοφερή πραγματικότητα, τις στερήσεις και την περιθωριοποίηση πίσω από τους αριθμούς, ειδικά για τους ηλικιωμένους. Στη μελέτη συμμετείχαν 448 οικονομικά ευάλωτα άτομα, κυρίως δικαιούχοι κοινωνικών παροχών. Το 54,4% διαμένει σε σπίτια χτισμένα πριν από το 1978, που σε σημαντικό βαθμό δεν εξασφαλίζουν στοιχειώδεις όρους αξιοπρεπούς διαβίωσης, όπως το ψυγείο. Το 13,2% δεν διαθέτει κουζίνα, το 16,5% χώρο υγιεινής και το 35,9% βασικές ηλεκτρικές συσκευές.

Η θέρμανση κρίνεται ανεπαρκής από το 54,9% και μη ασφαλής από το 44,8%, ενώ το 7,5% δεν διαθέτει κανένα μέσο για ζεστασιά. Ξυλόσομπες και τζάκια αποτελούν τις συνηθισμένες λύσεις επιβίωσης τον χειμώνα. Σημειώνεται ότι το 99,7% έχει πρόσβαση σε δίκτυο ύδρευσης, όμως η πλειονότητα των ερωτηθέντων αναφέρουν μη σύνδεση με το δίκτυο αποχέτευσης.

Τα ευρήματα αποτυπώνουν τη σοβαρή δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες περίθαλψης. Το 74,8% έχει τουλάχιστον μία χρόνια πάθηση, ποσοστό που φτάνει το 92% στην ομάδα των 60 ετών και άνω. Το 43,7% δηλώνει ότι βρίσκεται μακριά από Κέντρο Υγείας, ενώ το 30,8% των μεγαλύτερων συμμετεχόντων χρειάζεται συνοδεία για να μεταβεί σε υπηρεσία υγείας. Το 31,2% έχει δύσκολη πρόσβαση ακόμα και στην είσοδο της κατοικίας.

Η φροντίδα στηρίζεται κυρίως στην οικογένεια — επαγγελματίας φροντιστής διαθέτει μόλις το 3,1%. Σε ό,τι αφορά την ψυχική υγεία, περίπου τέσσερις στους δέκα εμφανίζουν μέτρια ή σοβαρά συμπτώματα άγχους, το 52,7% διαταραχές ύπνου και το 23% κοινωνική απομόνωση. Στους μεγαλύτερους συμμετέχοντες, η απομόνωση φτάνει το 28,4%. Ακόμη και η επισιτιστική βοήθεια σκοντάφτει στο κοινωνικό στίγμα: επτά νοικοκυριά αρνήθηκαν ή διέκοψαν τη λήψη της.

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι ανάγκες αυτές υπερβαίνουν τις δυνατότητες των μεμονωμένων παρεμβάσεων. Ζητούν συντονισμένη δημόσια πολιτική: επισκευές και ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, ενίσχυση των Κέντρων Υγείας και των κινητών μονάδων, κατ' οίκον φροντίδα, στήριξη των οικογενειακών φροντιστών και υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Παρεμβάσεις που θα φτάνουν στους ανθρώπους που δυσκολεύονται περισσότερο να αναζητήσουν μόνοι τους βοήθεια, εξασφαλίζοντας στην πράξη πρόσβαση στην υγεία, την ασφαλή στέγαση και την κοινωνική προστασία.