Έλσα Σκιαπαρέλι: Η Ιταλίδα που έκανε τη μόδα τέχνη
Η ιστορία της μόδας έχει να θυμάται μια ευφυή και τολμηρή γυναίκα που συνέδεσε την υψηλή ραπτική με την υψηλή τέχνη. Η Ελσα Σκιαπαρέλι (1890-1973), εμπνεύστηκε από το κίνημα Dada και τον σουρεαλισμό και συνεργάστηκε με εμβληματικές προσωπικότητες όπως ο Σαλβαντόρ Νταλί, ο Κριστιάν Μπεράρ, ο Ζαν Κοκτό και ο Αλμπέρτο Τζακομέτι, προσθέτοντας χιούμορ, φαντασία και «οπτικό σοκ» στις δημιουργίες της.
Αριστοκρατικής καταγωγής και κοσμοπολίτισσα, η Σκιαπαρέλι δημιούργησε την οικογένειά της στη Νέα Υόρκη, ενώ ίδρυσε το ατελιέ της στο Παρίσι. Εκεί, αποτέλεσε το αντίπαλο δέος της Κοκό Σανέλ τη δεκαετία του ’30, προτάσσοντας το εκκεντρικό και εξεζητημένο έναντι της φινέτσας και της κομψότητας. Το Λονδίνο τιμά την κληρονομιά της με την έκθεση «Schiaparelli: Fashion Becomes Art» στο Μουσείο Victoria & Albert, η οποία ξεκινά στις 28 Μαρτίου.
Η έκθεση, που χρειάστηκε πέντε χρόνια για να υλοποιηθεί, περιλαμβάνει περισσότερα από 200 αντικείμενα, όπως ενδύματα, αξεσουάρ, κοσμήματα, πίνακες ζωγραφικής, φωτογραφίες, γλυπτά, έπιπλα, αρώματα και αρχειακό υλικό. Σύμφωνα με το Μουσείο Victoria & Albert, η έκθεση επιβεβαιώνει την πολιτιστική αξία της μόδας, αλλά και τη διαχρονική αξία του οίκου Σκιαπαρέλι, ο οποίος επαναλειτούργησε το 2012 υπό την ιδιοκτησία του Diego Della Valle και την καλλιτεχνική διεύθυνση του Daniel Roseberry, μετά το κλείσιμό του το 1954 λόγω χρεών.
Ανάμεσα στα εκθέματα ξεχωρίζουν κομμάτια που σφράγισαν τον χώρο της μόδας, δίνοντας έμφαση στην αλληλεπίδραση της υψηλής ραπτικής με την εικαστική δημιουργία. Ένα από τα πρώτα της σχέδια, ένα μαύρο πουλόβερ με πλεγμένο λευκό φιόγκο που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση του τρισδιάστατου με εφέ trompe l’oeil, ξεχωρίζει. Επίσης, τα περίφημα φορέματα-έργα τέχνης που συνυπέγραψε με τον Νταλί, όπως το Lobster Dress (1937), το Skeleton Dress και το Tears Dress (1938), μαγνητίζουν τα βλέμματα. Στο Lobster Dress, ένας εντυπωσιακός κοραλί αστακός κυριαρχεί πάνω στη φίνα οργάντζα. Το Skeleton Dress καλύπτει ολόκληρο το σώμα με μαύρο μεταξωτό κρεπ, με ραφές που μιμούνται τα κόκαλα του ανθρώπου. Το λευκό φόρεμα Tears με πέπλο δημιουργεί την ψευδαίσθηση λωρίδων σάρκας σε ροζ και μαύρο χρώμα.
Η Σκιαπαρέλι έντυσε τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής της, όπως η Γουόλις Σίμπσον, η Μάρλεν Ντίτριχ και η Κάθριν Χέπμπορν. Επινόησε τη ζιπ κιλότ και το μανίκι Pagoda, πειραματίστηκε με υφάσματα, υλικά και διακοσμητικά στοιχεία. Χρησιμοποίησε λινάτσα για βραδινά φορέματα, ενίσχυσε τους ώμους στα πλεκτά πουλόβερ, έβαψε τις κλασικές γούνες, τοποθέτησε μεταλλικά λουκέτα σε κοστούμια και πρόσθεσε φανταχτερά πλαστικά φερμουάρ σε εμφανή σημεία των ενδυμάτων. Η συλλογή Circus περιλάμβανε κουμπιά σε σχήμα ακροβατών, ενώ με την τεχνική trompe l’oeil ζωγράφισε «συρτάρια που ανοίγουν» πάνω στα σακάκια. Κέντησε ζώδια στα ρούχα και πούλησε τσάντες που άναβαν φωτάκια ή έπαιζαν μελωδίες όταν άνοιγαν. Δύο από τα πιο διάσημα καπέλα της είχαν σχήμα παγωτό χωνάκι και γυναικείας γόβας.
Ως εξαιρετική κολορίστα, υιοθέτησε το «shocking pink», ενώ σχεδίασε κοστούμια για το σινεμά και το θέατρο. Η Μέι Γουέστ φόρεσε δημιουργίες της στην ταινία «Every Day’s a Holiday» (1937), ενώ η καμπύλη σιλουέτα της αποτέλεσε έμπνευση για ένα μπουκάλι αρώματος της Σκιαπαρέλι. Το 1952, η Ζα Ζα Γκαμπόρ φορούσε ένα ροζ φόρεμά της στην ταινία «Moulin Rouge».
Οι διοργανωτές της έκθεσης υπογραμμίζουν ότι «Τα ρούχα της είχαν μια σκληρή κομψότητα, η οποία ήταν σε αντίθεση με την ήρεμη πολυτέλεια πολλών συγχρόνων της σχεδιαστών. Έτσι, διαταράσσοντας και παραβιάζοντας τους κανόνες της μόδας, ενθάρρυνε τους πελάτες της να υιοθετήσουν έναν διαφορετικό τρόπο ντυσίματος». Προτρέπουν τους επισκέπτες να δουν τη Σκιαπαρέλι ως σχεδιάστρια μόδας, καλλιτέχνιδα και επιτυχημένη αυτοδημιούργητη γυναίκα.
Η ζωή της Σκιαπαρέλι ήταν μυθιστορηματική. Γεννήθηκε σε αριστοκρατική οικογένεια στη Ρώμη και σπούδασε φιλοσοφία. Οι γονείς της ήθελαν να την κλείσουν σε μοναστήρι, επειδή δημοσίευσε μια συλλογή ποιημάτων που θεωρήθηκε προκλητική. Για να ξεφύγει, έκανε απεργία πείνας και πήγε στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως γκουβερνάντα. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τον κόμη William de Wendt de Kerlor και μετακόμισαν στην Αμερική. Στη Νέα Υόρκη, συναναστράφηκε πρωτοποριακούς καλλιτέχνες όπως ο Πικαμπιά, ο Μαν Ρέι και ο Μαρσέλ Ντισάν, ενώ εργάστηκε σε κατάστημα που εξειδικευόταν στη γαλλική μόδα. Μετά το διαζύγιό της, πήγε στο Παρίσι και άνοιξε το πρώτο της κατάστημα το 1927.
Η πρώτη της συλλογή, μια σειρά πουλόβερ με σουρεαλιστικές εικόνες, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του κόσμου της μόδας και της γαλλικής Vogue. Ακολούθησε μια συλλογή μαγιό και ρούχων σκι, καθώς και η διάσημη ζιπ κιλότ της, την οποία φόρεσε η πρωταθλήτρια του τένις Λίλι ντε Αλβαρεθ στο τουρνουά του Γουίμπλεντον το 1931. Την ίδια χρονιά, άρχισε να σχεδιάζει βραδινές δημιουργίες.
Το 1932, το «The New Yorker» έγραψε ότι «το φόρεμά της είναι σαν ένας μοντέρνος καμβάς». Στο Παρίσι, λέγεται πως η Κοκό Σανέλ ζήλευε τη Σκιαπαρέλι, επέκρινε την έλλειψη εκπαίδευσής της στη ραπτική και την αποκαλούσε «Αυτή η Ιταλίδα καλλιτέχνις που φτιάχνει ρούχα» και «Αυτή η κατασκευάστρια καπέλων».
Μάλιστα, σε έναν χορό μεταμφιεσμένων, η Σανέλ φέρεται να έβαλε φωτιά στο φόρεμα της Σκιαπαρέλι, η οποία ήταν ντυμένη σαν δέντρο. Οι καλεσμένοι έσβησαν τις φλόγες με ανθρακούχο νερό.
Αυτά και πολλά άλλα αφηγείται η Σκιαπαρέλι στην αυτοβιογραφία της «Shocking Life».
ℹ️ Schiaparelli: Fashion Becomes Art | Εγκαίνια: 28 Mαρτίου 2026 | V&A South Kensington