Έφυγε από τη ζωή ο θρύλος της μόδας Valentino Garavani στα 93 του
Ως ιδρυτής του ομώνυμου οίκου, ο Valentino έφτασε στην κορυφή της haute couture, δημιουργώντας έναν διεθνή κολοσσό και αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα του στη μόδα, εισάγοντας το εμβληματικό «κόκκινο του Valentino».
Ο Βαλεντίνο Γκαραβάνι, ο οποίος είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση το 2007, συγκαταλεγόταν δίπλα στους Τζόρτζιο Αρμάνι και Καρλ Λάγκερφελντ ως ένας από τους τελευταίους μεγάλους σχεδιαστές μιας εποχής που προηγήθηκε της πλήρους εμπορευματοποίησης της μόδας.
Ο Λάγκερφελντ πέθανε το 2019, ενώ ο Αρμάνι έφυγε από τη ζωή τον Σεπτέμβριο. Με τον θάνατο του Βαλεντίνο Γκαραβάνι, κλείνει ένα κεφάλαιο που ξεπερνά τη μόδα και αγγίζει την ίδια την έννοια του στιλ και της κομψότητας.
Δεν χρειάστηκε ποτέ να είναι κανείς μυημένος στη μόδα για να καταλάβει ποιος ήταν ο Βαλεντίνο, καθώς η φήμη του ξεπέρασε τάσεις, γενιές και γούστα. Από το 1959, όταν ίδρυσε τη maison του στη Ρώμη, μέχρι την αποχώρησή του το 2007, η φιλοσοφία του παρέμεινε σταθερή: «Τι θέλουν οι γυναίκες; Να είναι όμορφες».
Γεννημένος στη Βογκέρα το 1932, ο Βαλεντίνο έδειξε από νωρίς μια έλξη για την ομορφιά. Καθοριστική στιγμή ήταν μια επίσκεψη στην Όπερα της Βαρκελώνης, όπου είδε δεκάδες γυναίκες ντυμένες στα κόκκινα, συνειδητοποιώντας τη δύναμη του χρώματος.
Μετά τις σπουδές στο Μιλάνο, μετακόμισε το 1949 στο Παρίσι, όπου φοίτησε στην École des Beaux-Arts και εκπαιδεύτηκε στους οίκους των Ζαν Ντεσές και Γκι Λαρός. Το 1959 επέστρεψε στην Ιταλία και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, τότε κέντρο της ιταλικής υψηλής ραπτικής.
Το 1960 γνώρισε τον Τζιανκάρλο Τζαμέτι. Η συνάντησή τους εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο σταθερούς δεσμούς στη μόδα: ο Βαλεντίνο αφοσιώθηκε στη δημιουργία, ο Τζαμέτι στη διοίκηση. Το 1962 ο οίκος έκανε αίσθηση στο Παλάτσο Πίτι της Φλωρεντίας, αλλά το πραγματικό σημείο καμπής ήρθε το 1967, με τη θρυλική «λευκή συλλογή».
Από εκεί και πέρα, οι μεγαλύτερες προσωπικότητες του διεθνούς στερεώματος έγιναν πελάτισσες και φίλες του. Η Τζάκι Κένεντι φόρεσε Βαλεντίνο τόσο στην κηδεία του Τζον Κένεντι όσο και στον γάμο της με τον Ωνάση. Έξι ηθοποιοί κέρδισαν Όσκαρ φορώντας δημιουργίες του – από τη Σοφία Λόρεν μέχρι την Τζούλια Ρόμπερτς.
Παρά τη λήξη της προσωπικής του σχέσης με τον Τζαμέτι το 1970, οι δυο τους παρέμειναν αχώριστοι. Ο Βαλεντίνο έζησε ανάμεσα στη Ρώμη και στο Παρίσι, «ενσαρκώνοντας» όσο λίγοι την υψηλή ραπτική. Το 1998 πούλησε τον οίκο του, παραμένοντας ενεργός στη δημιουργική του πορεία. Το 2007 αποχαιρέτησε τις πασαρέλες με μια μεγαλειώδη γιορτή στη Ρώμη.
Μέχρι τα τελευταία χρόνια παρέμεινε παρών, παρακολουθώντας τη συνέχεια του οίκου. Η συγκινητική στιγμή, το 2019 στο Παρίσι, όταν οι μοδίστρες του οίκου έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν μετά την επίδειξη του Πιερπάολο Πιτσιόλι, συμπύκνωσε όσα υπήρξε.
Ο Βαλεντίνο δεν έντυσε απλώς γυναίκες της υψηλής κοινωνίας· έντυσε τη σύγχρονη βασιλική εικόνα. Στις πιο εμβληματικές στιγμές της βασιλικής μόδας των τελευταίων δεκαετιών το όνομα Valentino επανέρχεται σταθερά. Πριγκίπισσες, βασίλισσες και δούκισσες τον επέλεγαν για την ικανότητά του να προσαρμόζει την υψηλή ραπτική στο αυστηρό πρωτόκολλο των ανακτόρων.
Η βασίλισσα Σοφία της Ισπανίας υπήρξε ίσως η πιο πιστή του πελάτισσα. Επί δεκαετίες, ο Valentino διαμόρφωσε μεγάλο μέρος της δημόσιας εικόνας της.
Στον κόσμο των βασιλικών γάμων, η υπογραφή του Valentino υπήρξε καθοριστική. Η Μαρί-Σαντάλ Μίλερ άνοιξε τον δρόμο το 1995, φορώντας ένα περίτεχνο νυφικό υψηλής ραπτικής. Ακολούθησαν η Μάξιμα της Ολλανδίας και η πριγκίπισσα Μαντλέν της Σουηδίας.
Η σχέση του με την πριγκίπισσα Νταϊάνα ξεπερνούσε το καθαρά επαγγελματικό επίπεδο. Ο Valentino υπήρξε φίλος της και συνοδοιπόρος σε μια περίοδο που εκείνη επαναπροσδιόριζε δημόσια την εικόνα της. Η Φαράχ Ντιμπά, τελευταία αυτοκράτειρα του Ιράν, φόρεσε παλτό Valentino όταν εγκατέλειψε τη χώρα της το 1979.
Στη νεότερη γενιά, από τη Μέγκαν Μαρκλ μέχρι την Καρολίνα του Μονακό και την Μπεατρίς Μπορομέο, ο Valentino παρέμεινε σημείο αναφοράς.
Ο οίκος του Βαλεντίνο αποτελεί έναν από τους πιο εμβληματικούς πυλώνες της ιταλικής και παγκόσμιας υψηλής ραπτικής. Η ιστορία του είναι άρρηκτα δεμένη με την προσωπικότητα, το αισθητικό όραμα και τη φιλοδοξία του ιδρυτή του.
Ο οίκος ιδρύθηκε το 1960, όταν ο Βαλεντίνο άνοιξε το πρώτο του ατελιέ στη Via Condotti στη Ρώμη. Από την αρχή, στόχευσε στην υψηλή ραπτική, με έμφαση στην τελειότητα της γραμμής και στην πολυτέλεια των υλικών . Η διεθνής αναγνώριση ήρθε γρήγορα.
Το 1962, ο οίκος πραγματοποίησε το διεθνές ντεμπούτο του στη Φλωρεντία. Σταδιακά, ο οίκος άρχισε να προσελκύει πελάτισσες από τον χώρο του κινηματογράφου, της πολιτικής και των βασιλικών οικογενειών. Το 1998, ο οίκος πωλήθηκε έναντι 300 εκατ. δολαρίων στην ιταλική επενδυτική εταιρεία HdP. Το 2002, ο οίκος πέρασε στον όμιλο Marzotto έναντι 210 εκατ. δολαρίων.