Πρωτοχρονιά με αλκοτέστ στους δρόμους της Αττικής – 62 θετικά τεστ σε πάνω από 6.000 ελέγχους

Αυστηροί έλεγχοι τροχαίας: Πόσο αλκοόλ επιτρέπεται για να οδηγείς;

Ελλάδα
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Καθ’ όλη τη διάρκεια των εορτών, και ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, η Τροχαία ενέτεινε τους ελέγχους και τα αλκοτέστ για την αντιμετώπιση της επικίνδυνης οδήγησης.

Άνδρες της Τροχαίας πραγματοποίησαν δειγματοληπτικούς ελέγχους σε διάφορους δρόμους της Αττικής, με στόχο τον εντοπισμό οδηγών που είχαν καταναλώσει αλκοόλ σε ποσότητες που υπερβαίνουν τα όρια που ορίζει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ).

Ειδικότερα, στην Αττική, κατά το τελευταίο 24ωρο του έτους, από τις 06:00 της 31ης Δεκεμβρίου έως τις 06:00 της Πρωτοχρονιάς, οι αστυνομικές αρχές διενήργησαν συνολικά 6.129 αλκοτέστ σε οδηγούς.

Από το σύνολο των ελέγχων, σε 62 περιπτώσεις διαπιστώθηκε υπέρβαση των επιτρεπόμενων ορίων, με αποτέλεσμα να επιβληθούν οι προβλεπόμενες κυρώσεις.

Παρόμοια ήταν η κατάσταση και την παραμονή των Χριστουγέννων στην Αττική, όπου πραγματοποιήθηκαν 6.804 έλεγχοι και 87 οδηγοί βρέθηκαν θετικοί στο αλκοτέστ. Ένας εξ αυτών είχε υπερβεί το όριο του 0,60 στον εκπνεόμενο αέρα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο Αυτόφωρο.

Σύμφωνα με στελέχη της Τροχαίας, οι αυστηροί έλεγχοι και οι υψηλές ποινές που προβλέπονται στον νέο Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας φαίνεται να αποδίδουν καρπούς.

Μετά τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο νέος ΚΟΚ, το πλαίσιο σχετικά με την κατανάλωση αλκοόλ και την οδήγηση έχει γίνει πιο αυστηρό. Σύμφωνα με στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας και του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, στόχος του νέου πλαισίου είναι η τιμωρία κακών συνηθειών των οδηγών και η μείωση των θανάτων στην άσφαλτο.

Τι ισχύει όμως στην πραγματικότητα; Σύμφωνα με το άρθρο 46 του νέου ΚΟΚ, ένας οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ όταν η συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα του είναι ίση ή μεγαλύτερη από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος ή 0,25 mg ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται με αλκοολόμετρο.

Στο αλκοτέστ, η ένδειξη δεν πρέπει να υπερβαίνει το 0,25. Ωστόσο, το όριο δεν είναι το ίδιο για όλους, καθώς η επίδραση του αλκοόλ στον οργανισμό εξαρτάται από παράγοντες όπως το φύλο, το βάρος, το ύψος, η φυσική κατάσταση, η κατανάλωση φαγητού, καθώς και το είδος και η ταχύτητα κατανάλωσης του ποτού.

Το όριο των 0,25 mg/L στον εκπνεόμενο αέρα αντιστοιχεί περίπου σε 0,5‰ αλκοόλ στο αίμα. Σύμφωνα με τον κλασικό τύπο Widmark (BAC=AW×r), μια μαθηματική φόρμουλα για την εκτίμηση της περιεκτικότητας αλκοόλ στο αίμα, για έναν άνδρα περίπου 80 κιλών, το όριο αυτό επιτυγχάνεται με 25–30 γραμμάρια καθαρού αλκοόλ, δηλαδή περίπου 2,5 έως 3 τυπικά ποτά (μπύρα 330 ml, ποτήρι κρασί ή ένα σφηνάκι). Για μια γυναίκα περίπου 65 κιλών, λόγω μικρότερης περιεκτικότητας σε νερό στο σώμα, το ίδιο όριο αντιστοιχεί σε 18–20 γραμμάρια αλκοόλ, δηλαδή 1,5 έως 2 ποτά.

Άλλες μελέτες αναφέρουν ακόμα πιο αυστηρά όρια, υποδεικνύοντας ότι ακόμη και με μία μπίρα ή ένα ποτήρι κρασί μπορεί κανείς να φτάσει στο όριο για θετικό αλκοτέστ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο χρόνος αποβολής του αλκοόλ κυμαίνεται στις 2,5 έως 4 ώρες ανά ποτήρι μπύρας ή κρασιού.