Η Ηρώ Σαΐα και οι μεγάλες κυρίες του ρεμπέτικου

Αποκαλύπτονται οι «Κυρίες του Ρεμπέτικου»: Η ανατρεπτική ιστορία των γυναικών που δεν σίγησαν

Ψυγαγωγία
Δημοσιεύθηκε  · 5 λεπτά ανάγνωση

Η ιστορία των γυναικών στο ρεμπέτικο είναι μια διαδρομή γεμάτη δύναμη, αντιφάσεις και μια μοναδική ικανότητα να μην σιωπούν ποτέ. Σε ένα περιβάλλον παραδοσιακά ανδροκρατούμενο, οι φωνές τους ενώθηκαν με τα τέλια του μπαγλαμά, δημιουργώντας μια μουσική κουλτούρα που αγγίζει κάθε πτυχή της ψυχής. Τη δεκαετία του 1930, υπό το βάρος της δικτατορίας του Μεταξά, το ρεμπέτικο δέχθηκε ανελέητη λογοκρισία. Στίχοι απαγορεύτηκαν και δημιουργοί κυνηγήθηκαν, όμως οι ρεμπέτισσες αρνήθηκαν να υποκύψουν. Μετέτρεψαν τον πόνο σε υπαινιγμούς, έκρυψαν νοήματα «ανάμεσα στις λέξεις» και κράτησαν ζωντανή την αξιοπρέπεια και την ταυτότητά τους μέσα σε ένα καθεστώς φόβου.

Το βράδυ του Σαββάτου 7/2, η ΕΡΤ 1 παρουσίασε την πρεμιέρα της νέας μουσικής σειράς «Οι κυρίες του ρεμπέτικου». Το πρώτο επεισόδιο ήταν ένα νοσταλγικό αφιέρωμα στη θρυλική Ρόζα Εσκενάζυ, τη γυναίκα που με το ανατολίτικο ύφος και την μπριόζα χροιά της λατρεύτηκε όσο λίγες. Η παρουσιάστρια της εκπομπής, μουσικός και ερμηνεύτρια Ηρώ Σαΐα, μοιράζεται τις δικές της σκέψεις για αυτές τις εμβληματικές μορφές.

«Στο σπίτι οι γονείς μου άκουγαν κυρίως λαϊκά και δημοτικά, ρεμπέτικα λιγότερο. Οι μόνοι δίσκοι του είδους θυμάμαι πως ήταν ένα βινύλιο με τίτλο Το γλέντι της Columbia, στο οποίο άκουγα παιδάκι ακόμα τη Νίνου να τραγουδάει “παλαμάκια παλαμάκια να χτυπούν τα τακουνάκια” και μου άρεσε. Ο άλλος δίσκος ήταν το Ρεμπέτικο (Γκάτσος – Ξαρχάκος). Μαθήτρια λυκείου θυμάμαι να αγοράζω μουσικά περιοδικά της εποχής και να αποκτώ CD τα οποία άκουγα μανιωδώς και προσπαθούσα να ξεσηκώσω τα γυρίσματα, τις αναπνοές, ό,τι μπορούσα τέλος πάντων, από φωνές που θαύμαζα. Θυμάμαι το Στον κόσμο των μεγάλων της Μαρίκας Νίνου, την Κλασική εποχή της Σωτηρίας Μπέλλου κ.ά. Τα έχω ακόμα αυτά τα CD και στο παλιό στερεοφωνικό μου τα βάζω και τα ακούω».

Η σχέση της με το είδος έγινε πιο βαθιά με την άφιξή της στην Αθήνα. Όπως εξηγεί η ίδια: «Πιο συνειδητά άρχισα να ανακαλύπτω το ρεμπέτικο όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα. Ήμουν ιδρυτικό μέλος της ομάδας Σπείρα-Σπείρα, αλλά όταν δεν είχαμε παραστάσεις, πήγαινα και τραγουδούσα σε μαγαζιά και ταβέρνες, έχοντας παρά πολλά ρεμπέτικα στο ρεπερτόριό μου. Το πώς έφτιαξα αυτό το ρεπερτόριο έχει να κάνει με αυτό το κάτι που με έτρωγε, που με τραβούσε στο τραγούδι και με έκανε να θέλω να ανακαλύπτω και να μαθαίνω όσο περισσότερα γινόταν. Στην πορεία γνώρισα καλλιτέχνες, μουσικούς, ερευνητές του ρεμπέτικου και κατάλαβα ότι δεν είναι μόνο ένα μουσικό είδος, αλλά ένα ολόκληρο σύμπαν. Mιλάει για την απώλεια, τον ξεριζωμό, τη φτώχεια, τον έρωτα, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ό,τι δηλαδή συνεχίζει να μας καθορίζει. Διότι δυστυχώς “τα βάσανα και οι καημοί”, όπως ονομάζουν τα ρεμπέτικα τραγούδια τον ανθρώπινο πόνο, δεν έφυγαν ποτέ».

Το ρεμπέτικο παραμένει ζωντανό γιατί είναι ένα μάθημα ειλικρίνειας. «Όσο υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν να σταθούν όρθιοι, που αναζητούν ένα είδος μουσικής που έχει λόγια απλά και κατανοητά, μουσική που στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά, το ρεμπέτικο θα είναι παρόν. Όμως το ρεμπέτικο είναι και χαρά, είναι και ο διονυσιασμός της παρέας, είναι παλικαριά αλλά και παρηγοριά. Πόσοι μουσικοί δρόμοι, πόσες ανθρώπινες καταστάσεις δεν εκφράζονται στα ρεμπέτικα τραγούδια! Στις νεότερες γενιές το ρεμπέτικο λέει “μη φοβηθείς να είσαι αληθινός”. Δεν ωραιοποιεί, δεν κρύβεται. Είναι ένα μάθημα ειλικρίνειας και αντοχής. Και ίσως μια υπενθύμιση ότι η τέχνη γεννιέται συχνά από τις ρωγμές. Λέει ότι η ταυτότητα δεν χαρίζεται, αλλά κατακτιέται. Ότι μπορείς να είσαι ευάλωτος και δυνατός ταυτόχρονα. Άνθρωπος δηλαδή· με τα καλά και τα στραβά σου. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαία η αγάπη που είχαν ανέκαθεν οι νέοι στο ρεμπέτικο».

Η παρουσία των γυναικών στα πάλκα και τα κουτούκια ήταν μια διαρκής μάχη ενάντια στις προκαταλήψεις. «Η σκηνή, τα πάλκα, τα κουτούκια, τα στούντιο ηχογραφήσεων ήταν χώροι “ανδρικοί”, φορτισμένοι με προκαταλήψεις. Αυτές οι γυναίκες έπρεπε να αποδείξουν ότι δικαιούνται τη θέση τους στο πάλκο. Το να σταθούν σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο σήμαινε ότι έπρεπε πρώτα να υπερασπιστούν το δικαίωμά τους να υπάρχουν στον χώρο του τραγουδιού. Δεν πάλευαν μόνο με τη φτώχεια, αλλά και με την προκατάληψη, εφόσον μια γυναίκα που τραγουδούσε εκεί θεωρούνταν ενίοτε ύποπτη, αμφισβητήσιμη, κοινωνικά “εκτεθειμένη”, “ελαφρών ηθών”. Επομένως, ήταν πολλά τα θηρία με τα οποία έρχονταν αντιμέτωπες! Και όμως, στάθηκαν και μεγαλούργησαν. Ορισμένες από αυτές τις γυναίκες, όπως η Ρόζα Εσκενάζυ, διεκδίκησαν επίσης τα δικαιώματά τους, απαίτησαν ποσοστά απ’ τα τραγούδια και τα πήραν! Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, επίσης, ήταν και δημιουργός, και είναι γνωστό πόσο έντονα διεκδικούσε τα δικαιώματά της. Ορισμένες δηλαδή πήγαν πολλά χιλιόμετρα παρακάτω –και όχι μόνο στα μουσικά μονοπάτια– από ό,τι θα περίμενε κανείς».

Η σειρά αξιοποιεί το πλούσιο Αρχείο της ΕΡΤ, με αναφορές στις εκπομπές του Γιώργου Παπαστεφάνου, υπό τη σκηνοθεσία του Λεωνίδα Πανονίδη και την οργάνωση της Μαρίας Λούκα. Όπως τονίζει η Ηρώ Σαΐα: «Για τις ανάγκες της τηλεοπτικής αφήγησης η ιστορική αλήθεια αναπόφευκτα συμπυκνώθηκε, διότι η ζωή καθεμιάς από αυτές τις κυρίες θα μπορούσε να γίνει από μόνη της μια σειρά. Η τηλεόραση όμως χρειάζεται ρυθμό και συμπύκνωση. Αλλά ακόμα κι έτσι, αν κρατήσεις τον πυρήνα της αλήθειας, τις μαρτυρίες, το συναίσθημα και αν δεν εξωραΐσεις τον πόνο αυτών των γυναικών, τότε όχι απλώς δεν προδίδεις την ιστορία, αλλά τη φωτίζεις περισσότερο».

«Οι κυρίες του ρεμπέτικου» προβάλλονται κάθε Σάββατο στις 19:00 στην ΕΡΤ 1 και είναι διαθέσιμες για streaming στο Ertflix. Μια μοναδική παραγωγή με τη συμβολή της Στέλλας Φιλιπποπούλου στο μοντάζ, που μας καλεί να ανακαλύψουμε ξανά τις ρίζες μας.