Αποκαλύπτεται η σκληρή πραγματικότητα του 2025: Το λιανεμπόριο στη μέγγενη της ακρίβειας
Το 2025 αποτυπώθηκε στη συλλογική μνήμη της αγοράς ως μια χρονιά βαθιάς συρρίκνωσης για το ελληνικό λιανεμπόριο. Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν ασφυκτικό συνδυασμό πληθωρισμού και αυξημένου λειτουργικού κόστους, που απειλεί τη βιωσιμότητα των μικρών επιχειρήσεων.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά, καθώς σχεδόν οι μισές εμπορικές μονάδες παραμένουν στάσιμες. Ο πραγματικός κύκλος εργασιών σημείωσε πτώση -0,4% για ολόκληρο το έτος, σηματοδοτώντας τη δεύτερη συνεχόμενη χρονιά υποχώρησης. Η μεγαλύτερη πίεση ασκήθηκε στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες είδαν τον τζίρο τους να κατρακυλά κατά -3,4% το τελευταίο τρίμηνο, την ώρα που οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς κατέγραφαν άνοδο +5,1%.
Ακόμη και οι παραδοσιακά ισχυρές περίοδοι, όπως η Black Friday και οι γιορτές, δεν κατάφεραν να ανατρέψουν το κλίμα. Παρά την ονομαστική αύξηση του τζίρου στα 27,33 δισ. ευρώ από 26,79 το 2024, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών απορροφήθηκε από τις πάγιες υποχρεώσεις, αφήνοντας τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο κενό. Μια ανησυχητική τάση αναδύεται από την εκρηκτική άνοδο (+31,7%) στις πωλήσεις μεταχειρισμένων ειδών, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι καταναλωτές στρέφονται σε φθηνότερες λύσεις όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη.
Η γεωγραφία της κρίσης δείχνει την Αττική (+3,6%) και τα Ιόνια Νησιά (+3,0%) να αντέχουν, ενώ το Νότιο Αιγαίο (-2,4%) και η Δυτική Μακεδονία (-2,1%) βυθίζονται σε αρνητικά πρόσημα. Η επανεμφάνιση ακάλυπτων επιταγών και η σταδιακή αύξηση των κλειστών καταστημάτων συμπληρώνουν την εικόνα της στενότητας ρευστότητας, με την έκθεση να χαρακτηρίζει το 2025 ως ένα «έτος επιβίωσης».
Ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, περιγράφει την κατάσταση με ανησυχία: «ότι ακόμη και σε ονομαστικές τιμές, καταγράφεται στο σύνολο του λιανικού εμπορίου η μικρότερη αύξηση τζίρου από το 2020 και ότι σε πραγματικούς όρους είναι το δεύτερο συνεχόμενο έτος συρρίκνωσης». Ο ίδιος επισημαίνει πως «η Πολιτεία οφείλει να προβληματισθεί από το γεγονός ότι τόσο η εγχώρια κατανάλωση – λόγω της μειωμένης αγοραστικής δύναμης – όσο και οι αυξημένες τουριστικές εισπράξεις στρέφονται και ενισχύουν κυρίως τον κλάδο των τροφίμων. Την ίδια στιγμή, η στενότητα στην αγορά επιβεβαιώνεται και από τη σταδιακή αύξηση των κλειστών καταστημάτων και των ακάλυπτων επιταγών».
Με το βλέμμα στο 2026, οι αριθμοί πλέον «φωνάζουν» για την «ανάγκη δικαιότερης αντιμετώπισης του πλέον διασυνδεδεμένου, φορολογικά και εργασιακά, κλάδου της οικονομίας». Ο κ. Καφούνης υπογραμμίζει την ανάγκη για ρυθμίσεις που θα μειώνουν επιβαρύνσεις και θα διευκολύνουν την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, καταλήγοντας πως το εμπόριο «χρειάζεται νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα το στηρίζουν στον «μαραθώνιο» του ψηφιακού του μετασχηματισμού, καθώς και επικαιροποιημένες πολιτικές που θα το διασυνδέουν ολοκληρωμένα με τον τουρισμό, την αγροδιατροφή και τη βιομηχανία».