«Έφυγε» ο Αριστείδης της Αριστεράς και της δημοσιογραφίας

Αντίο στον Αριστείδη Μανωλάκο: Η εμβληματική μορφή της Αριστεράς και της δημοσιογραφίας

Ελλάδα
Δημοσιεύθηκε  · 2 λεπτά ανάγνωση

Μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του δημοσιογραφικού κόσμου και της Αριστεράς, ο Αριστείδης Μανωλάκος, άφησε την τελευταία του πνοή τη νύχτα, βυθίζοντας στη θλίψη την οικογένεια και τους συντρόφους του. Μετά από περισσότερα από δύο χρόνια γενναίας πάλης με τον καρκίνο, ο πρώην πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ και ιδρυτικό μέλος της Εφημερίδας των Συντακτών υπέκυψε στην τελευταία δύσκολη μάχη της ζωής του.

Η πολιτική του κηδεία έχει οριστεί για την ερχόμενη Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου, στις 11:30 το πρωί στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Θα ακολουθήσει η διαδικασία της καύσης στη Ριτσώνα, όπως επιθυμούσε ο ίδιος. Ο Αριστείδης Μανωλάκος γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1938 στον Ασωπό Λακωνίας και σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην επαγγελματική του διαδρομή υπηρέτησε τη δημοσιογραφία από καίριες θέσεις, ως ελεύθερος ρεπόρτερ στα Νέα και πολιτικός συντάκτης στην Αυγή και την Ελευθεροτυπία, ενώ στάθηκε από την πρώτη στιγμή πυλώνας για τη δημιουργία της συνεταιριστικής «Εφ. Συν.».

Η πολιτική του δράση υπήρξε πλούσια και πολυεπίπεδη. Ήδη από το 1956 οργανώθηκε στην παράνομη ΕΠΟΝ, ενώ αργότερα διετέλεσε γραμματέας της Ν.ΕΔΑ, διαδεχόμενος τον Γρηγόρη Γιάνναρο. Υπήρξε ενεργό μέλος του κινήματος του 1-1-4 και του 15%, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1964, ως εκπρόσωπος της Ν.ΕΔΑ, ανακοίνωσε μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη τη συγχώνευση των δύο πολιτικών νεολαιών της Αριστεράς. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας πέρασε στην παρανομία και υπήρξε ιδρυτικό μέλος της "Επιτροπής του Πάσχα", πριν συλληφθεί τον Νοέμβριο του 1967. Κρατήθηκε στη Γενική Ασφάλεια και στην ΕΣΑ, ενώ εκτοπίστηκε στο Παρθένι της Λέρου από το 1968 έως το 1970. Ακόμα και μέσα από την εξορία, αντιτάχθηκε σθεναρά στην εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία, αποτελώντας μέρος του πυρήνα του "Χάους".

Μετά την πτώση της χούντας, αφοσιώθηκε στη συνδικαλιστική ανασυγκρότηση του κλάδου και διετέλεσε πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ για δύο θητείες, από το 1995 έως το 1999. Υπήρξε ένας μαχητικός, ασυμβίβαστος και αξιοπρεπής συνάδελφος, ένας δάσκαλος της δημοσιογραφίας που κέρδισε τον σεβασμό φίλων και αντιπάλων με το ήθος και την ευγένειά του. Η απουσία του αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό σε όσους είχαν την τύχη να συμπορευτούν μαζί του στους μεγάλους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες του τόπου.