Αγωνία για τη Λόρα: Νέα στοιχεία και έκκληση της μητέρας
Για 15η ημέρα, η εξαφάνιση της 16χρονης Λόρας Λομτέφ από την Πάτρα παραμένει ένα θρίλερ, με τις Αρχές να αξιολογούν συνεχώς νέα στοιχεία και μαρτυρίες, χωρίς ακόμα να έχουν καταφέρει να εντοπίσουν το παραμικρό ίχνος της. Το Amber Alert έχει παραταθεί με εισαγγελική εντολή, καθώς η ανησυχία για την τύχη της ανήλικης κορυφώνεται.
Η Λόρα εξαφανίστηκε στις 8 Ιανουαρίου από το σπίτι της στο Ρίο. Η τελευταία επιβεβαιωμένη παρουσία της καταγράφηκε από κάμερες ασφαλείας στην περιοχή του Ζωγράφου στην Αθήνα. Εκείνη την ημέρα, είχε μεταφερθεί στην Αθήνα με ταξί από το Ρίο, πληρώνοντας 320 ευρώ. Οι εικόνες από τις κάμερες ασφαλείας δείχνουν ότι κινήθηκε μόνη της, άλλαξε ρούχα και επιχείρησε να πουλήσει κοσμήματα σε ένα χρυσοχοείο, ενώ φέρεται να ζήτησε πρόσβαση σε Wi-Fi σε καφετέρια.
Οι έρευνες έχουν πλέον επεκταθεί σε ολόκληρη την Αθήνα, καθώς και σε σημεία ελέγχου μετακινήσεων, όπως αεροδρόμια, λιμάνια και σταθμοί ΚΤΕΛ, καθώς εξετάζεται ενδελεχώς το ενδεχόμενο να έχει ταξιδέψει στο εξωτερικό, πιθανώς προς τη Γερμανία. Η οικογένειά της αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης και απευθύνει έκκληση στην κόρη τους να επιστρέψει. Η μητέρα της, εμφανίστηκε στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ», απευθύνοντας μια δραματική έκκληση.
Με μάτια βουρκωμένα, η μητέρα της, Βαλεντίνα, απευθύνθηκε στην κόρη της, σπάζοντας τη σιωπή της: «Λόρα, αγαπημένη μας κόρη… Σε αγαπάμε πάρα πολύ. Μας λείπεις αφόρητα. Αγωνιούμε για σένα και θέλουμε μόνο να ξέρουμε ότι είσαι καλά. Θα κάνουμε τα πάντα για να είσαι ευτυχισμένη. Είσαι η ζωή μας. Σε παρακαλούμε, δώσε μας ένα σημάδι ότι είσαι καλά».
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει πού μπορεί να βρίσκεται η κόρη της, ούτε αν κάποιος τη βοήθησε να φύγει. Δακρύζει προσπαθώντας να συγκροτήσει τις σκέψεις και τους φόβους της.
«Υποθέτω πως ίσως το κίνητρο για να φύγει να ήταν η δυσκολία της στο σχολείο. Σε κάποιες συζητήσεις μας είχε αναφέρει ότι ήθελε να φοιτήσει σε σχολείο όπου θα μπορούσε να μιλά αγγλικά ή γερμανικά τη γλώσσα δηλαδή που γνωρίζει καλύτερα, και το είχε ήδη ψάξει. Μήπως ήταν αυτό; Είχε ρωτήσει ακόμη αν υπήρχε η δυνατότητα για διαδικτυακά μαθήματα. Από τη δική μας πλευρά κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Ζητήσαμε βοήθεια από ειδικό, προσπαθήσαμε με κάθε τρόπο να τη στηρίξουμε. Δεν ξέρω όμως… ίσως η ίδια να μην είχε πια τη δύναμη ή τη διάθεση. Όσο ήταν εκεί, δεν έπαιρνε κακούς βαθμούς. Ήταν καλή μαθήτρια. Όμως το αν μέσα της συνέχιζε να δυσκολεύεται και το πόσο ήθελε πραγματικά να συνεχίσει, δεν μπορώ να το γνωρίζω».
Η μητέρα της Λόρας εξηγεί ότι η κόρη της δεν κρατούσε ημερολόγιο. «Υπήρχαν φίλοι και συμμαθητές από το σχολείο, με τους οποίους έκανε παρέα, μιλούσε, αντάλλασσαν μηνύματα, συζητούσαν. Δεν της έκανα ποτέ έλεγχο. Δεν μπορούμε, όμως, να επικοινωνήσουμε μαζί τους, γιατί δεν γνωρίζουμε ελληνικά. Τα έχουμε αφήσει όλα στην αστυνομία», προσθέτει.
Για τις φήμες που κυκλοφορούν σχετικά με το ότι η Λόρα ένιωθε καταπιεσμένη και περνούσε δύσκολα, η μητέρα της δηλώνει βαθιά πληγωμένη και επιμένει ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Απευθυνόμενη στην κόρη της, η μητέρα λέει με λόγια γεμάτα πόνο: «Θέλω να σου πω πως σε αγαπάμε πάρα πολύ. Αγωνιούμε για σένα κάθε λεπτό. Δώσε μας ένα σημάδι ότι είσαι καλά… ότι είσαι ζωντανή. Είμαστε στο πλευρό σου. Ό,τι κι αν έχει συμβεί, όποιο κι αν είναι το πρόβλημα, μπορούμε να το λύσουμε μαζί. Να στηριχτείς πάνω μας, σε όλα. Το μόνο που ζητάμε είναι ένα σημάδι. Να ξέρουμε ότι είσαι καλά, ότι είσαι υγιής, ότι ζεις».
Και πριν κλείσει η συνέντευξη, προσθέτει μια τρυφερή λεπτομέρεια από την καθημερινότητα της Λόρας: «Η Λόρα αγαπούσε πάρα πολύ τα ζώα. Έχουμε στο σπίτι ένα σκυλάκι, τη Σανέλ. Της λείπει πολύ».
Η εκπομπή βρέθηκε στην Πάτρα και μίλησε με τον δικηγόρο της οικογένειας, Τηλέμαχο Μπενετάτο, ο οποίος περιέγραψε με σαφήνεια το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η υπόθεση.
«Βρισκόμαστε ουσιαστικά σε ένα τέλμα. Αναζητούμε συνεχώς ένα στοιχείο, κάτι μικρό, που θα μας οδηγήσει κάπου. Γνωρίζουμε ότι η εκπομπή σας αντιμετωπίζει την υπόθεση με το ίδιο πρίσμα που τη βλέπουμε κι εμείς με έναν και μοναδικό στόχο – να βρεθεί το παιδί. Αυτόν υπηρετώ κι εγώ, βοηθώντας την οικογένεια».
Όπως εξήγησε, υπάρχει καθημερινή και στενή συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία, από την οποία προέρχεται και η επίσημη εικόνα των γεγονότων.
«Το κορίτσι ξεκίνησε από την Πάτρα με ταξί. Ζήτησε από τον οδηγό να την αφήσει στην οδό Αιγίου, στου Ζωγράφου, όμως κατέβηκε λίγο νωρίτερα. Από εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει ενεργό κινητό, δεν υπάρχει στίγμα».
Σύμφωνα με τον ίδιο, το τελευταίο βέβαιο ίχνος της Λόρας εντοπίζεται σε ένα σούπερ μάρκετ της περιοχής, στις 10 και 11 Ιανουαρίου.
Τόνισε ότι το περιεχόμενο των αγορών που έκανε στο κατάστημα είναι κρίσιμο.
«Δεν πήρε κάτι πρόχειρο, ένα σνακ για τον δρόμο. Αγόρασε καθαριστικά και τρόφιμα. Προϊόντα για ένα σπίτι. Αυτό δείχνει ότι σκόπευε να μείνει κάπου, όχι για λίγες ώρες, αλλά για περισσότερο χρόνο».
Κάμερα ασφαλείας την έχει καταγράψει να μπαίνει σε καφετέρια της περιοχής και να ζητά τον κωδικό Wi-Fi.
«Το γεγονός ότι χρησιμοποίησε ασύρματο δίκτυο και όχι τα δεδομένα του κινητού της δείχνει πρόθεση να μην εντοπιστεί. Αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την ανίχνευση σήματος».
Ο κ. Μπενετάτος αποκαλύπτει ότι όταν έφυγε από την Πάτρα, η ανήλικη είχε μαζί της κινητή συσκευή με δύο κάρτες SIM.
«Καμία από τις δύο δεν έχει ενεργοποιηθεί μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχει ούτε ένα στίγμα από κεραία. Είναι σαν να εξαφανίστηκε μέσα στο κενό».
«Οι γονείς είναι μια κανονική, δεμένη οικογένεια και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα. Μοιράζονται την ίδια αγωνία, τον ίδιο πόνο. Είναι μαζί σε αυτή τη δοκιμασία… μια οικογένεια που αγαπιέται», τονίζει ο δικηγόρος της οικογένειας της αγνοούμενης μαθήτριας, Τηλέμαχος Μπενετάτος, απαντώντας σε όσα είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα σχετικά με δήθεν εντάσεις μέσα στο σπίτι.
«Όλα αυτά είναι ψευδή και ανυπόστατα. Δεν υπήρχαν καβγάδες. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν τη δική τους αγωνία και τον δικό τους πόνο και τώρα καλούνται να αντικρούσουν φήμες και σενάρια. Ακούστηκαν πράγματα από ανήλικα παιδιά. Λόγια που μεταφέρονται εύκολα αλλοιωμένα, παρεξηγημένα, χωρίς να μπορεί κανείς να τα θεωρήσει ασφαλή βάση για συμπεράσματα».
«Διαψεύδουμε κατηγορηματικά και τα περί αυτοτραυματισμών. Ο πατέρας είναι γιατρός και θα είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Σε ό,τι αφορά όσα ειπώθηκαν περί πίεσης προς το παιδί, οι γονείς οφείλουν να έχουν εποπτεία. Μπορεί ο πατέρας της να ήταν πιο αυστηρός, μπορεί να της ζήτησε να διαβάσει, μπορεί να την επέπληξε για την υπερβολική χρήση του κινητού τηλεφώνου της. Αυτό το κάνουν όμως όλοι οι γονείς. Κάπου πρέπει να τελειώσει αυτή η ανθρωποφαγία».
Ο δικηγόρος της οικογένειας ξεκαθαρίζει ότι το κορίτσι είχε κανονικά φίλους και κοινωνικές επαφές, απλώς αντιμετώπιζε δυσκολίες στη γλώσσα, καθώς μέχρι πρότινος μιλούσε κυρίως γερμανικά.
«Οι γονείς προσπάθησαν να της προσφέρουν τα πάντα, για να μη της λείψει τίποτα. Βρήκαν ένα όμορφο σπίτι, την έγραψαν σε ιδιωτικό σχολείο και φρόντισαν να έχει καθηγήτρια ελληνικών στο σπίτι. Όταν διαπιστώθηκε ότι δυσκολευόταν να ακολουθήσει τον ρυθμό του ιδιωτικού, μεταγράφηκε σε δημόσιο σχολείο στην περιοχή του Ρίου».
«Η Αστυνομία έχει ερευνήσει κάθε στοιχείο, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει τίποτα ουσιαστικό». Για την ημέρα της εξαφάνισης, όπως επισημαίνει, ένα μόνο είναι βέβαιο: «έφυγε από το σπίτι για να πάει στο σχολείο και δεν ξαναγύρισε».
Ωστόσο, δηλώνει πεπεισμένος ότι στην υπόθεση εμπλέκεται και άλλο πρόσωπο.
«Είτε μένουν μαζί, είτε τη βοηθά, είτε κάτι άλλο συμβαίνει. Ένα ανήλικο παιδί βρέθηκε μόνο του στην Αθήνα, σε μια πόλη που δεν είχε ξαναπάει ποτέ. Όσο περνούν οι μέρες, ο κίνδυνος μεγαλώνει. Το μόνο που ζητάμε είναι να κινηθούν τα πάντα άμεσα – για το παιδί, πάνω απ’ όλα. Οι λογαριασμοί της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι κλειστοί και μπλοκαρισμένοι. Η Αστυνομία έχει ερευνήσει κάθε στοιχείο, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει τίποτα ουσιαστικό».
Παράλληλα, αναφέρει πως αυτό που ακούστηκε ότι δεν είχε επαφές με τον ετεροθαλή αδελφό της στη Γερμανία διαψεύδεται κατηγορηματικά.
«Είχαν επικοινωνία, μιλούσαν κανονικά και το περασμένο καλοκαίρι εκείνος είχε έρθει στο Ρίο».
Επιβεβαιώνει, τέλος, ότι η μητέρα είχε δει τη Λόρα να φωτογραφίζει το διαβατήριό της και το κατέθεσε στην Ασφάλεια Πατρών.
«Όμως τι σημαίνει αυτό; Θα έβγαζε πλαστά χαρτιά ένα παιδί; Το ζητούμενο δεν είναι, σε αυτή τη φάση, να επιστρέψει απλώς στο σπίτι. Το ζητούμενο είναι να δώσει ένα σημάδι ζωής. Να μάθουμε ότι είναι καλά και μετά όλα τα υπόλοιπα βρίσκουν τον δρόμο τους», καταλήγει.